Τα έθνη και ο εθνικισμός εμφανίζονται από το τέλος του 18ου αιώνα και στην Ελλάδα από τα μέσα τουλάχιστον του 19ου αιώνα, με την πεποίθηση πως το ελληνικό έθνος υπάρχει εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια και αποτελεί παγιωμένο αξίωμα.
Ο αυτοπροσδιορισμός του Έλληνα χωρίζεται σε δύο περιόδους, που α) διαιρείται στη στρατιωτική ήττα του Βυζαντίου στο Μαντζικέρτ (1071) όπου αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους το 1204, που ήταν μια κρίσιμη καμπή για το Βυζάντιο, γιατί από παγκόσμια αυτοκρατορία έγινε μια μεσαιωνική πόλη-κράτος κατά την περίοδο 1790-1820. β) Την κορύφωση της εθνικής συνείδησης με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όταν η Ελλάδα αναγνωρίζεται το 1830 εθνικό κυρίαρχο κράτος.
Η χρήση του όρου «Έλληνας» ακολούθησε ποικίλες διακυμάνσεις από τις δεκαετίες 1790-1820 με τις γνωστές διαδικασίες συγκρότησης του έθνους. Πρέπει να τονισθεί πως από τον 12ο αιώνα επαναφέρεται ο όρος «Έλλην» από κάποιους διανοούμενους από την εποχή των Κομνηνών, που παραλληλίζεται με τη σημερινή σημασία.
Ο Benedict Anderson τονίζει πως το «έθνος» αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο, επειδή κανένα μέλος, ακόμα και του μικρότερου έθνους, δεν θα γνωρίζει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δεν θα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι’ αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν.
Έθνος εξυπακούεται ότι είναι ο χώρος στον οποίο κυρίως πραγματώνεται η λογοτεχνία, την οποία παράγει η κοινότητα.
Ο Smith σημειώνει πως εθνικισμός και έθνη (…) αποτελούν κομμάτι μιας ευρύτερης εθνο-πολιτιστικής «οικογένειας» συλλογικών ταυτοτήτων και στόχων. (...)
Η διαδικασία σχηματισμού ενός έθνους δεν είναι τόσο διαδικασία συγκρότησης, πολλώ μάλλον αυθαίρετης «επινόησης», όσο διαδικασία επαναπροσέγγισης ήδη υπαρχόντων πολιτιστικών μοτίβων και ανασύστασης παλαιότερων εθνικών δεσμών και συναισθημάτων. (…)
Οι Έλληνες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας αναβίωσης και επαναπροσδιορισμού μέσα από τη συνέχεια των ονομάτων, της γλώσσας και των τοπωνυμιών.
Η αναβίωση του αρχαίου ονόματος «Έλληνας», ως όρου που προσδιορίζει τη σύγχρονη συλλογική ταυτότητα στις αρχές του 19ου αιώνα, ταιριάζει απόλυτα με τον «εθνο-συμβολισμό» του Smith που αναβιώνει και επαναπροσδιορίζει την ταυτότητα και τη συνέχεια του Ελληνισμού.
Οι Έλληνες στις αρχές του 19ου αιώνα αυτοαποκαλούνται «Ρωμιοί» από τους «Ρωμαίους», που ήταν ο επίσημος όρος αυτοπροσδιορισμού των Βυζαντινών και όχι «Έλληνες». Η λέξη «Έλληνας» αναφέρεται στους αρχαίους, ενώ σε θρησκευτικό πλαίσιο σήμαινε «ειδωλολάτρης».
Η νεότερη ελληνική συνείδηση έχει αφετηρία της το Προσωπικό Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο επικυρώθηκε από την εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου τον Ιανουάριο του 1822. Σύμφωνα με το οθωμανικό σύστημα των «μιλλέτ», λεγόταν Rum. Ο Αλέξης Πολίτης μνημονεύει την ελληνοποίηση των Ρωμιών από τη δεκαετία του 1790.
Ο Μπάιρον μετέφρασε το 1811 το τραγούδι «Famous Greek War Song» σύμφωνα με το ποίημα του Ρήγα «Δεύτε παίδες των Ελλήνων».
Επίσης, ο Δημήτριος Καταρτζής χρησιμοποίησε τον όρο έθνος με τη σημερινή του σημασία και έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στους (αρχαίους) Έλληνες και τους (σύγχρονους) Ρωμιούς ως έθνος.
Μνεία κάνει και ο Αδαμάντιος Κοραής στο επαναστατικό του φυλλάδιο «Σάλπισμα Πολεμιστήριο», το οποίο κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο το 1801, που έχει ως εξής: «Αδελφοί, φίλοι και συμπατριώται, απόγονοι των Ελλήνων και γενναίοι της ελευθερίας του ελληνικού γένους υπέρμαχοι» κ.λπ.
Αναφορά σε μια μελλοντική «Ελληνική Δημοκρατία» κάνει και ο Ρήγας Βελεστινλής, που δημοσιεύτηκε στη Βιένη το 1797, και πλήρωσε με τη ζωή του, όπου τονίζει «ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι κάτοικοι του βασιλείου του χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου. Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένιοι, Τούρκοι και κάθε άλλον είδος γενεάς».
Για τη σημαία ο Ρήγας κάνει μνεία, όπου βάνεται εις τα μπαϊράκια και παντιέρες της Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι εν ρόπαλο του Ηρακλέους με τρεις σταυρούς επάνω, τα δε μπαϊράκια και οι παντιέρες είναι τρίχροα από μαύρον, άσπρον και κόκκινον.
Το κόκκινο σημαίνει την αυτοκρατορική πορφυρά και αυτεξουσιότητα του ελληνικού λαού. Το άσπρο σημαίνει την αθωότητα της δίκαιης ημών αφορμής κατά της τυραννίας. Το μαύρο σημαίνει τον υπέρ πατρίδος και ελευθερίας ημών θάνατον.
Ένα αιώνα αργότερα έγιναν σύμβολα του γερμανικού ναζισμού.
Ενώ ο αγώνας βρισκόταν στο απόγειό του, οι δύο σημαντικότεροι ποιητές της εποχής, που ήταν μακριά από τον πόλεμο, έπλαθαν και προωθούσαν ενεργά ένα συλλογικό όραμα του έθνους, τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» του Σολωμού, που γράφτηκε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1823.
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη
χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά
Αυτοί μελοποιήθηκαν από τον Νικόλαο Μάντζαρο και υιοθετήθηκαν ως εθνικός ύμνος των Ελλήνων το 1864.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και μέσα στον 20ό αιώνα με τον Ρίτσο και τον Ελύτη, με τις ποιητικές συλλογές τους «Ρωμιοσύνη» και «Άξιον εστί».
Ο Σολωμός διακρίνει τους (αρχαίους) Έλληνες από τους σύγχρονους αγωνιστές ως υπέρμαχους της Ελευθερίας.
Στις ωδές ο Κάλβος παραπέμπει στο πατριωτικό τραγούδι «Δεύτε παίδες των Ελλήνων» και με αυτό τον τρόπο ενισχύει την καθιερωμένη χρήση του όρου «Έλληνες».
Ο Σολωμός και ο Κάλβος απευθύνονται με τα ποιήματά τους όχι μόνο στους αγωνιζόμενους Έλληνες, αλλά και στους φιλέλληνες του εξωτερικού.
Πρέπει να ειπωθεί πως στο Βυζάντιο δεν υπήρχε η έννοια της ταυτότητας για να προσδιορίζει τους Βυζαντινούς ως «Ρωμαίους», αλλά προερχόταν από τους θρησκευτικούς δεσμούς και από την κεντρική σημασία της πρωτεύουσας που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος, δίδοντάς της το όνομα «Νέα Ρώμη».
Σύμφωνα με τον Roderick Beaton, «ένα είδος εθνικής ταυτότητας με τη νεότερη έννοια του όρου» επιβλήθηκε στους Βυζαντινούς στον 12ο αιώνα, στο διάστημα που χωρίζει την ήττα του Μαντζικέρτ από τη Δ’ Σταυροφορία, όπου στα όρια της Αυτοκρατορίας κατοικούσαν Έλληνες και αργότερα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Άλλοι υποστηρίζουν πως από τον 12ο αιώνα οι Βυζαντινοί έκαναν προσπάθειες να εδραιώσουν δική τους συλλογική ταυτότητα απέναντι στη Δύση.
Αναφορικά με το θέμα ο Paul Magdalino σημειώνει πως «ο ελληνικός εθνικισμός ή ο εθνικιστικός Ελληνισμός γεννήθηκε τον 12ο αιώνα ως αποτέλεσμα της δυτικοποίησης του Βυζαντίου στα τέλη του Μεσαίωνα». Αλλά, όπως ξανασημειώνει ο Roderick Beaton, «οι Έλληνες δεν μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα με τους «Ρωμαίους» με τέτοιον τρόπο ώστε ο ένας όρος να μπορεί να αντικαταστήσει τον άλλο».
Ο όρος «Έλληνες» εδώ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιείται ως όρος γεωγραφικός, αφού οι συρρέοντες προέρχονται από παντού και αυτό οφείλεται στην απώλεια του μεγαλύτερου μέρους της Μικράς Ασίας λόγω της μάχης του Μαντζικέρτ το 1071, που άφησε πολλούς «Ρωμαίους» εκτός των συνόρων της Αυτοκρατορίας, και ο όρος «Ρωμαίοι» είναι ισοδύναμος με τους Βυζαντινούς.
Σύμφωνα με τα τεκμήρια από τον 12ο αιώνα, η έννοια του σύγχρονου «Έλληνα» αποτελεί τη σημερινή μορφή που ονομάζουμε εθνότητα ή εθνική συνείδηση.
Η υιοθέτηση του Έλληνα κατά την περίοδο του 12ου και 19ου αιώνα είναι μια συνειδητή αναβίωση και θεσμική. Ο όρος «Έλλην» αυτοπροσδιορίζεται από τις αρχές του 13ου αιώνα υπό την επίδραση της Δ’ Σταυροφορίας μέχρι τον 15ο αιώνα.
Την εθνική συνείδηση τη συναντάμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία προσδιορίζεται επί 300 και πλέον χρόνια από τους Οθωμανούς κατακτητές της ως Millet-i-Rum. Η λέξη «Ρωμιός» στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης ταυτίζεται με εκείνη του «Ορθόδοξου Χριστιανού» και σύντομα η λέξη «Έλλην» ως επίσημος αυτοπροσδιορισμός των μελών ενός νέου κοσμικού θεσμού του σύγχρονου κράτους.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα οι Έλληνες (Ρωμιοί) φαντάζονται τον εαυτό τους ως πολίτες ενός νέου έθνους-κράτους.
Η συστηματική μελέτη με όρους «εθνο-συμβολισμού» των διακυμάνσεων στη χρήση και το σημασιολογικό πεδίο «εθνικών» όρων κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων είναι εξαιρετικά χρήσιμη για το μέλλον, στη σύγκλιση των θεσμικών και πνευματικών ενδιαφερόντων τόσο των βυζαντινολόγων όσο και των νεοελληνιστών.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ




