Έθνος ορίζεται το σύνολο προσώπων τα οποία διακρίνονται και θέλουν να διακρίνονται ως σύνολο από άλλα σύνολα, υπερσύνολα και υποσύνολα προσώπων βάσει αμφιλεγόμενων κριτηρίων: φυλετικών, γλωσσικών, ιστορικών, λαογραφικών, πολιτιστικών, εδαφικών, των οποίων η εναλλακτική κατά περίσταση εφαρμογή καθιστά αδύνατη τη διατύπωση ενός σαφούς ορισμού κοινής αποδοχής.
Θα ήταν λάθος να υποστηρίξει κάποιος ότι πριν από τρεις αιώνες οι κάτοικοι των περισσότερων κρατικών μορφωμάτων είχαν εθνική συνείδηση. Κατά τον Weber, «κράτος είναι η πολιτική οργάνωση όπου το διοικητικό προσωπικό διατηρεί με δικαίωμα το μονοπώλιο νομικής χρήσης φυσικής βίας για την επιβολή της τάξης».
Σύμφωνα με τον Wimmer, πάνω από τα ? όλων των ευρείας κλίμακας πολέμων, που διεξήχθησαν στα τέλη του 20ού αιώνα, έγιναν από εθνικιστές που επιδίωκαν την ίδρυση χωριστού εθνικού κράτους ή μάχονταν για την εθνοτική ισορροπία εντός του υφιστάμενου κράτους.
Κράτη υπήρχαν και πριν από την εποχή του εθνικισμού, αλλά μόλις τους δύο τελευταίους αιώνες καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και από τότε άρχισε η καταπολέμηση της ανυπακοής σε μια επικράτεια.
Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τι κάνει ένα κράτος να αφομοιώσει μια μη επικρατούσα εθνοτική ομάδα, να την αποκλείσει ή να την αναγνωρίσει επίσημα ως μειονότητα.
Η Walter υποστηρίζει πως οι κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν μεγάλες και γεωγραφικά συγκεντρωμένες ομάδες είναι πιο φιλοπόλεμες για να αποθαρρύνουν άλλες ομάδες, που τείνουν προς απόσχιση.
Ο Pieter Van Hauten υποστηρίζει πως ένα εθνικό κέντρο αναλαμβάνει αξιόπιστες δεσμεύσεις απέναντι στους ομοεθνείς του στο εξωτερικό και αυτές οι δεσμεύσεις έχουν να κάνουν με τις διεκδικήσεις της μη επικρατούσας εθνοτικής ομάδας που αφορά το εθνικό κέντρο.
Η ενδιαφερόμενη που ταράσσεται από τις κινήσεις τη μη επικρατούσας εθνοτικής ομάδας αναπτύσσει αφομοιωτικές πολιτικές σε εκπαίδευση, πολιτισμό, επαγγελματικά, οικογένεια, δημογραφία, που στοχεύουν την εθνοτική ομάδα ή μέρος αυτής.
Η στοχευμένη αφοσίωση λαμβάνει βίαιες μορφές και προεκτάσεις, όπως είναι ο εποικισμός από μέλη της επικρατούσας ομάδας σε εδάφη της μη επικρατούσας ομάδας (Κύπρος, Παλαιστίνη κ.ά.) καθώς επίσης και ο αποκλεισμός των ελίτ της μη επικρατούσας εθνοτικής ομάδας.
Εκεί που υπάρχουν μειονότητες το κράτος δεν αδιαφορεί για τα μέλη τους, αλλά στόχος του είναι να τους αφομοιώσει με ποικίλους τρόπους στους θεσμούς και να τους υποτάξει στους νόμους. Εάν δεν εφαρμόζεται η αφομοιωτική πολιτική, εφαρμόζεται η απέλαση και εξόντωση.
Εθνική ολοκλήρωση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας οι κυβερνητικές ελίτ προσπαθούν να ταυτίσουν τα όρια του κράτους με τα όρια του έθνους.
Αυτό γίνεται με την παραχώρηση μειονοτικών δικαιωμάτων από τις κυβερνητικές ελίτ σε μια μη επικρατούσα εθνοτική ομάδα εντός του κράτους τους με ειδικά νομοθετήματα, εφαρμόζοντας εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, επαγγελματικές, οικογενειακές, δημογραφικές πολιτικές, ούτως ώστε η μη επικρατούσα ομάδα να υιοθετήσει την κουλτούρα, τον τρόπο ζωής αλλά και την ταυτότητα της επικρατούσας εθνοτικής ομάδας.
Εάν δεν γίνει η αφομοίωση οι κυβερνητικές ελίτ απομακρύνουν τη μη επικρατούσα ομάδα από το κράτος τους μέσω ανταλλαγής πληθυσμού, απέλασης και μαζικής εξόντωσης, γνωστής ως εθνική εκκαθάριση. Με αυτές τις διαδικασίες διαμορφώνονται οι μειονότητες, ομοεθνείς και πρόσφυγες.
Οι πολιτικές αποκλεισμού παραμένουν ανάμεσα στις επιλογές των κρατικών ελίτ σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ δημοκρατικά κράτη της Δύσης παγίωσαν πολιτικές με στόχο τον σεβασμό και την αναπαραγωγή της διαφορετικότητας και την πολιτική ενσωμάτωσης.
Ο εθνικισμός είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης που προήλθε από τις στρατηγικές επιλογές που διαμορφώθηκαν από τον διεθνή ανταγωνισμό που προέκυψε από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, από τις τεχνολογικές καινοτομίες, τα ιδεολογικά ρεύματα που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού, της εκβιομηχανοποίησης, της χειραγώγησης, των εθνικών ταυτοτήτων σε διεθνές επίπεδο κ.λπ.
Τα εθνικά κέντρα είναι εκείνα που παρακινούν τις μη επικρατούσες εθνοτικές ομάδες στις χώρες που ζουν.
Οι περισσότεροι θεωρητικοί του εκσυγχρονισμού δεν έδωσαν σημασία στη συνειδητή διαδικασία του κράτους για την εθνοποίηση, παραμερίζοντας τις διαδικασίες του εκσυγχρονισμού ή τις νενομισμένες διαδικασίες.
Οι σύγχρονοι μελετητές επικεντρώνονται στους ενδογενείς παράγοντες, όπως είναι η γεωγραφική συγκέντρωση και η εντοπιότητά τους, που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις που εφαρμόζουν την εθνοποίηση των μη εθνοτικών ομάδων (πολιτισμός, φυλή, θρησκεία, γλώσσα).
Οι μη επικρατούσες εθνοτικές ομάδες ανταγωνίζονται για την κοινωνική τους θέση και για την αυτοεκτίμηση και γι’ αυτό γίνονται θύματα εθνικών εκκαθαρίσεων, που ο πλανήτης έχει τέτοια απερίγραπτα εγκλήματα.
Οι κύριοι παράγοντες που συμβάλλουν σ’ αυτά τα εγκλήματα είναι οι μη εθνοτικές ομάδες σε ένα κράτος, οι εξωτερικές και εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στα εμπλεκόμενα κράτη, η στρατιωτική και οικονομική δύναμη του εμπλεκόμενου κράτους, οι ποικίλοι ανταγωνισμοί σε διάφορα θέματα, οι ιδεολογικές πεποιθήσεις, οι στρατιωτικές συμμαχίες, οι εδαφικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι γεωπολιτικές επικρατήσεις, οι συνοριακές μεταβολές, οι αυστηροί συνοριακοί έλεγχοι, οι ενδοκρατικοί πόλεμοι.
Τα απάτριδα έθνη είναι πάμπολλα και θα γίνουν αιτία εδαφικών συγκρούσεων στο εγγύς μέλλον και σ’ αυτό θα συμβάλουν οι διεθνείς διαστάσεις και διεθνείς εξελίξεις στην εθνοποίηση.
Επειδή οι πλείστες χώρες και τα καθεστώτα που έκαναν εθνικές εκκαθαρίσεις δεν αναγνωρίζουν τα εγκλήματά τους, είναι πρέπον να τα αναγνωρίζουν και να εγκαταλείψουν την πεποίθηση ότι είναι άσπιλοι, για να μπορέσουν να διαχειρισθούν τη μνήμη, η οποία σφυρηλατεί το μέλλον και τις προκλήσεις της εποχής, που γίνονται παγίδες.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




