Η εμμονή εγκλωβισμού της όποιας προσπάθειας για λύση του Κυπριακού, αφενός γύρω από μια μονομερώς υποχωρητική και επιζήμια για την πλευρά μας διαπραγματευτική διαδικασία, δημιουργώντας επίπλαστα momentum και δήθεν παράθυρα για λύση και αφετέρου γύρω από τον ασαφή και επίφοβο κατ’ έμενα όρο «διζωνική», εγείρει μια σειρά από εύλογα ζητήματα.
Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται, είναι το κατά πόσον η ονομασία μιας ενδεχόμενης λύσης είναι από μόνη της αρκετή, προκειμένου να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησής της από τον λαό.
Για παράδειγμα, ο όρος «διζωνική», ο οποίος σε γενικές γραμμές διέπεται από ένα ευρύτερο πνεύμα εποικοδομητικής ασάφειας και θα μπορούσε κάλλιστα χαριτολογώντας να το χαρακτηρίσει κανείς ως «Μνήμα του Αγίου Νεοφύτου», μιας και επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας, σε μια αυτούσια εφαρμογή του, όχι μόνο δεν αποτρέπει τη διχοτόμηση, όπως συχνά ευαγγελίζονται κάποιοι, αλλά οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σ’ αυτήν, επιβάλλοντας περιορισμούς στις θεμελιώδεις ατομικές ελευθερίες.
Ένα δεύτερο ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι η προσκόλληση κάποιων πολιτικών ηγεσιών σε χρεοκοπημένες διαπραγματευτικές διαδικασίες και ασαφείς ονοματολογίες. Το εν λόγω γεγονός επαληθεύεται ένεκα του ότι έπειτα από 40 και πλέον χρόνια διακοινοτικών συνομιλιών η Τουρκία έχει εν μέρει απεγκλωβιστεί από το Κυπριακό και από χώρα-κατακτητής και εισβολέας μετατράπηκε σε ουδέτερη χώρα, με ένα τρόπο που την απαλλάσσει από την ίδια της την αδιαλλαξία, ενώ παράλληλα το κυπριακό πρόβλημα από πρόβλημα εισβολής και κατοχής έχει υποβαθμιστεί σε δικοινοτικό ζήτημα.
Συνεπώς, η προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού πρέπει να εδράζεται πάνω σε αποκρυσταλλωμένους εθνικούς στόχους, οι οποίοι να προδιαγράφουν και να καθορίζουν τι ακριβώς επιδιώκουμε να πετύχουμε μέσω της διαφαινόμενης λύσης. Για παράδειγμα, επιδιώκουμε να ανατρέψουμε ή όχι τα δεδομένα της τουρκικής εισβολής;
Επιδιώκουμε να διατηρήσουμε ή όχι την Κυπριακή Δημοκρατία εξελίσσοντάς την με έναν τρόπο που δεν θα την αναιρεί και δεν θα της μειώνει την κυριαρχία; Και τέλος επιδιώκουμε να διασφαλίσουμε ή όχι την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού και κατ’ επέκταση του κυπριακού λαού, μακριά από τις μεθοδεύσεις και την επικυριαρχία τρίτων;
Σε αυτήν τη βάση αποδεικνύονται εντελώς αβάσιμοι οι υπαινιγμοί κάποιων ότι τυχόν αποδέσμευσή μας από την «πανάκεια» της «διζωνικής», καθώς και από κάποιες άλλες απαράδεκτες υποχωρήσεις, δήθεν δυναμιτίζει την προσπάθεια για λύση.
Τέλος διά μέσου μιας ορθολογιστικής προσπάθειας επίλυσης του Κυπριακού πρέπει να επιδιώκεται πάνω από όλα η αναβάθμιση της διαπραγματευτικής μας θέσης, δημιουργώντας συγκλίσεις εθνικών συμφερόντων με μεγάλες δυνάμεις, πράγμα το οποίο μπορεί να καταστεί εφικτό με μια έγκαιρη και αποτελεσματική αξιοποίηση, τόσο του ορυκτού μας πλούτου, όσο και της ιδιότητάς μας ως πλήρους μέλους της.
Επιπλέον η Τουρκία δεν πρόκειται να δείξει δείγμα καλής θέλησης, έτσι ο μοναδικός τρόπος να υποχωρήσει από τις πάγιες και απαράδεκτές της θέσεις, είναι μόνο αν και εφόσον η διατήρηση της κατοχής αρχίσει να της δημιουργεί κόστος, γεγονός καθόλου ανέφικτο αν επιτέλους θεσπίσουμε μια πολυδιάστατη, διεκδικητική και πρωτίστως λογική και εθνικής κοπής στρατηγική στόχευσης για το Κυπριακό.
ΧΑΡΗΣ Φ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Mέλος της Πολιτικής Συγκλήτου της Συμμαχίας Πολιτών, Εκπρόσωπος Τύπου Συμμαχίας Πολιτών Πάφου




