Από την Ανεξαρτησία και μετά έχουμε γίνει μάρτυρες της ανόδου και πτώσης δύο μεγάλων τομέων, στυλοβατών της κυπριακής οικονομίας, της γεωργίας και της βιομηχανίας, καθώς και τελευταία του τραπεζικού/χρηματοπιστωτικού. Μήπως ήρθε κι η ώρα της συρρίκνωσης κι άλλου πυλώνα της ανάπτυξης, του τουρισμού; Πολύ φοβούμαι, η απάντηση θα είναι καταφατική, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε και τον τομέα αυτό με την ίδια επιπολαιότητα με την οποία αντιμετωπίσαμε την αδήριτη ανάγκη ανανέωσης, αναδιάρθρωσης κι εκσυγχρονισμού των άλλων τομέων όταν άρχισε να φθίνει η ανταγωνιστικότητά τους απέναντι σε νέες αγορές ή όταν αρχίσαμε να συμπεριφερόμαστε σαν παίκτες τυχερών παιχνιδιών.

Αντί να αναβαθμίσουμε την ποιότητα των προϊόντων και να αυξήσουμε την παραγωγικότητα για να μπορέσουμε να καλύψουμε το αυξημένο κόστος, συνεχίσαμε να παράγουμε και να προσφέρουμε τα ίδια προϊόντα σε αυξημένες τιμές ή με μειωμένα κέρδη. Το ίδιο κάνουμε και με τον τουρισμό. Κλασική συνταγή για αποτυχία!

Προσφέρουμε για πολύ καιρό τώρα το ίδιο προϊόν -συνταγή ήλιου και θάλασσας- σε αυξημένες τιμές, με αποτέλεσμα η σχέση τιμής προς βαθμό ικανοποίησης να καταλήγει σε βάρος της τελευταίας. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι περισσότερες χώρες εισέρχονται στην προσφορά του ίδιου προϊόντος σε ανταγωνιστικές τιμές, λόγω της εσωτερικής συγκυρίας κόστους, τότε βλέπουμε να επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία και στην περίπτωση του τουρισμού. Ανασταλτικός παράγοντας είναι κι η μακρινή απόσταση της Κύπρου από τις κύριες αγορές σε σχέση με άλλους προορισμούς, όπως και η μικρότερη κλίμακα του κυπριακού τουρισμού, που επιβαρύνουν δυσανάλογα το κόστος ανά επισκέπτη.

Η πορεία διάβρωσης της ανταγωνιστικότητας/ελκυστικότητας του τουρισμού, που οδηγεί σε εμφανή στασιμότητα τον τομέα, δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Από τη δεκαετία του 1980 αρχίσαμε να μιλούμε όλοι για την ανάγκη ποιοτικής αναβάθμισης «του τουριστικού προϊόντος» και την εμβάθυνση της παρεχόμενης ικανοποίησης έναντι της αιτούμενης τιμής. Μετακλήθηκαν ειδικοί, ετοιμάστηκαν σχέδια, έγιναν συζητήσεις για μετατροπή της Κύπρου σε υψηλού επιπέδου τουριστικό προορισμό. Έργα, όμως, δεν έγιναν ούτε εφαρμόστηκαν τα κατάλληλα μέτρα και προγράμματα. Το ίδιο έργο που είδαμε κι αλλού, να εξαγγέλλουμε δηλαδή μεγαλεπήβολα σχέδια την ώρα της κρίσης και να τα αναβάλλουμε μόλις περάσει, επαναλήφθηκε κι εδώ.

Μερικά από τα προγραμματισθέντα έργα και σχέδια άρχισαν να υλοποιούνται (σύγχρονα αεροδρόμια, μαρίνες, γήπεδα γκολφ) αν και υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει. Άλλα (καζίνο, θεματικά πάρκα, πάρκο Ακάμα και Τροόδους, ενδυνάμωση χειμερινού τουρισμού, ανάπτυξη περιφερειακού/περιηγητικού τουρισμού, εμπλουτισμός και διάνοιξη τουριστικού προϊόντος, ανάπτυξη εξειδικευμένου τουρισμού κ.ά.) βρίσκονται ακόμη στο στάδιο των μελετών ή πειραματισμού. Εκείνο που χρειάζεται είναι μια πιο οργανωμένη προσπάθεια προώθησης των έργων στη βάση ενός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Ασφαλώς το μεγαλύτερο βάρος θα κληθεί να αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας, όμως η Κυβέρνηση/ΚΟΤ θα πρέπει να στηρίζει και διευκολύνει κάθε καλή προσπάθεια βάσει ενός προγράμματος.

Τι κάνουμε στο μεταξύ; Ήθελα να επανέλθω σε μια παλιά μου εισήγηση, που, κατά τη γνώμη μου, ισχύει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες: Να επικεντρωθούμε στο να κάμουμε τη διαμονή των επισκεπτών μας όσο πιο αξέχαστη γίνεται. Οι φίλοι τους πολύ εύκολα θα πειστούν για ένα ταξίδι στη χώρα μας όταν πάρουν από πρώτο χέρι θετικά κι ενθουσιώδη μηνύματα. Να χρησιμοποιήσουμε ένα μέρος των πόρων που διαθέτουμε για «τυπικές» διαφημίσεις στο εξωτερικό για προώθηση του τουρισμού μέσω των ιδίων των επισκεπτών.

Από μια πιο προσεγμένη έρευνα των εντυπώσεων των τουριστών κατά την αναχώρηση ή/και τη παραμονή τους να καταρτίσουμε το σχετικό πρόγραμμα δράσης: την αισθητική αναβάθμιση του περιβάλλοντος, την καλύτερη και πιο επαγγελματική λειτουργία όλων των πτυχών των προσφερόμενων υπηρεσιών προς τους ξένους μας, να διατηρούμε την Κύπρο καθαρή και να είμαστε ευγενικοί σ' αυτούς. Είμαστε φτωχοί ακόμη σε τουριστικά προϊόντα, όμως είμαστε καθαροί κι ωραίοι!

Για αρκετό αριθμό ετών, όταν ο τουρισμός μας δεν είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ, στα κυριότερα τουριστικά θέρετρα βλέπαμε με τις Τοπικές Αρχές κατά πόσον όλα ήταν έτοιμα για να δεχθούν τους ξένους τους (καθαρές παραλίες, σωστικά συνεργεία, σημαδούρες λουομένων κ.λπ.). Θα πρέπει να κάνουμε περίπου ό,τι έκαναν/κάνουν οι νοικοκυρές στα χωριά για να υποδεχθούν το Πάσχα και τα Χριστούγεννα: Καθαρίζουν τις αυλές κι «ασπρογιάζουν» τις πεζούλες για τους ξένους και τους εαυτούς τους.

Η ιστορία του κυπριακού τουρισμού ουσιαστικά ξεκίνησε με την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας η Κύπρος είχε καθιερωθεί ως ένας αξιόλογος τουριστικός προορισμός. Με την εφαρμογή του σχεδίου επαναδραστηριοποίησης των εκτοπισθέντων ξενοδόχων μετά την εισβολή ενθαρρύνθηκαν κι άλλοι μη εκτοπισθέντες να δραστηριοποιηθούν στον τομέα της ξενοδοχειακής κι επισιτιστικής βιομηχανίας.

Τα κέρδη ήταν πολλά (ένα ξενοδοχείο μπορούσε να αποσβεστεί τότε σε πέντε μόνο χρόνια). Ίσως να ήταν κι αυτός ο λόγος που έγινε πραγματική έκρηξη στην ανάπτυξη του τομέα, χωρίς αυστηρό ποιοτικό έλεγχο των συντελούμενων αναπτύξεων και χωρίς προσήλωση στην ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και του περιβάλλοντος.

Κι ενώ η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος ήταν από τότε στόχος όλων των φορέων τουρισμού, κανένα ριζοσπαστικό μέτρο δεν λήφθηκε για ανακοπή της διολίσθησής του στη σημερινή μη ανταγωνιστική με ανάλογους προορισμούς κατάσταση. Και στην προκείμενη περίπτωση, αποτύχαμε να αναβαθμίσουμε και διαφοροποιήσουμε το προϊόν, ώστε η αναπόφευκτη αύξηση του κόστους, εργατικού και άλλου, να αντισταθμιστεί από την αύξηση της προσφερόμενης αξίας (το γνωστό αξία έναντι τιμής -value for money- των Άγγλων).

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com