Πρέπει, επιτέλους, αυτό το καθήκον να εκπληρωθεί από τη νέα Βουλή. Άλλως θα θεωρηθεί η συνέχιση της αδράνειας αυτής ως οριστικοποίηση της «τακτικής» για διασφάλιση της ατιμωρησίας των διοικητικών Αρχών, όταν δεν συμμορφώνονται με τις δικαστικές αποφάσεις…
Μια από τις παλαιότερες περιπτώσεις αδράνειας της Εκτελεστικής, αλλά και της Νομοθετικής Εξουσίας, η οποία προφανώς δεν συμβάλλει στην υπεροχή του Νόμου, είναι η παράλειψη καθιέρωσης νομοθετικά της δυνατότητας άμεσης εκτέλεσης των δικαστικών αναθεωρητικών αποφάσεων, ως αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος καταφυγής στο Δικαστήριο.
Ιδιαίτερα γιατί το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει, αφ’ ενός, υποχρέωση για ενεργό συμμόρφωση και, αφ’ ετέρου, σε περίπτωση περιφρόνησης έναντι της δικαστικής απόφασης χωρεί και ποινική συνέπεια. Η τελευταία αυτή συνταγματική πρόνοια, για δυνατότητα επιβολής ποινής (Άρθρο 150), παραμένει από το 1960 χωρίς εφαρμογή, λόγω της έλλειψης περί τούτου Νομοθεσίας! Μάλιστα η σχετική υπόδειξη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης έγινε πριν από 25 χρόνια, με τη γνωστή υπόθεση του 1991 Θαλασσινός, χωρίς να υπάρξει Νόμος.
Ως Βουλευτής (στο πλαίσιο των προεκλογικών διακηρύξεων του αείμνηστου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου στις εκλογές του 2003), υπέβαλα σχετική πρόταση Νόμου το 2003, η οποία έτυχε μελέτης στη Βουλή και επεξεργασίας από τη Νομική Υπηρεσία, σε βαθμό που τελικά μετατράπηκε σε Νομοσχέδιο. Το παράδοξο όμως είναι ότι, ενώ είχε τύχει από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών (με Πρόεδρο της τον νυν Υπουργό Δικαιοσύνης) το Νομοσχέδιο τελικής επεξεργασίας, αιφνίδια αποσύρθηκε, χωρίς την όποια από πλευράς Κυβέρνησης αιτιολογία.
Το θέμα το έθεσα κατ’ επανάληψη με προηγούμενα άρθρα μου για δημόσιο προβληματισμό, πλην ματαίως. Ουδεμία νέα πρόταση Νόμου ή νέο Νομοσχέδιο υπήρξε έκτοτε. Τούτο, παρά το μεγάλο κενό στο νομικό οπλοστάσιο για σεβασμό του δικαίου που διαμορφώνει η κάθε ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε πολύ πρόσφατη απόφαση (Επαμεινώνδα v. Δήμος Λεμεσού ημερομηνίας 28.3.2016) το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ότι:
«Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτικής φύσεως και, όπως έχει ήδη επισημανθεί, περιορίζεται αποκλειστικά στα οριζόμενα από το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος. Όπως ελέχθη στη Θαλασσινού, η πρόνοια αυτή «εξαντλητικά δίδει την έκταση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστηρίου και καμιά άλλη εξουσία και ειδικότερα τη δυνατότητα σε έναν αιτητή να εκτελέσει τέτοια απόφαση». Συνεπώς, δεν παρέχει τη δυνατότητα εξέτασης του παραπόνου των αιτητών, για τη στοχευμένη τιμωρία του διοικητικού οργάνου που εμπλέκεται στην υπόθεση ή και για εκτέλεση της απόφασης».
Υπέδειξε παράλληλα για μιαν ακόμη φορά ότι: αποτελεί εν πάση περιπτώσει θεμελιακή υποχρέωση του Κράτους (Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ), να παρέχει αποτελεσματικό ένδικο μέσο για την εκτέλεση κάθε δικαστικής απόφασης που διαπιστώνει παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών ενός ατόμου. Προφανώς το Δικαστήριο δεν μπορεί (νομοθετώντας ουσιαστικά) να πληρώσει το συγκεκριμένο κενό δικαίου. Άρα εναπόκειται στον Νομοθέτη να ενεργήσει στο πλαίσιο της ρητής εξουσιοδότησης από το Σύνταγμα, ώστε, εάν δεν υπάρχει ενεργός συμμόρφωση σε απόφαση, τότε να μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις εναντίον του μη συμμορφουμένου οργάνου της διοίκησης.
Παρά το ότι είναι επιτακτικό να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση, η Κυβέρνηση και η Βουλή αποφεύγουν να εκπληρώσουν το καθήκον τούτο, για λόγους που δυνατό να έχουν σχέση με την έλλειψη επιθυμίας για τιμωρία της παρανομούσης Διοίκησης. Κενό νομοθετικό που ουσιαστικά για 56 χρόνια διασφάλισε την ατιμωρησία της διοίκησης. Ατιμωρησία που εν πολλοίς εξισώνεται με στέρηση του αποτελέσματος της ίδιας της δίκης, ενώ παράλληλα αποτελεί σαφή περιφρόνηση προς το δικαστικό δεδικασμένο και συνιστά παραβίαση της αρχής του Κράτους Δικαίου. Μάλιστα, ενώ υπάρχει και το Άρθρο 35 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ρητά ότι: «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής».
Άρα σαφής η εκ του Συντάγματος υποχρέωση της Εκτελεστικής, αλλά και της Νομοθετικής Εξουσίας για σεβασμό του αποτελέσματος κάθε δίκης. Σεβασμός που επιβάλλεται να τηρηθεί και με βάση το Άρθρο 150 του Συντάγματος που προβλέπει: «Tο Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου». Άλλωστε το ΕΔΑΔ, με σειρά αποφάσεών του, έκρινε ότι η συμμόρφωση της διοίκησης προς ακυρωτική απόφαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δίκης, γιατί άλλως το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο θα καθίστατο μάταιο. Είναι προφανές ότι δεν νοείται Κράτος Δικαίου, το οποίο παρέχει μεν σειρά διαδικαστικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, χωρίς όμως συγχρόνως να κατοχυρώνει το δικαίωμα της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και σε βάρος της διοίκησης που παρανόμησε.
Ποιοι ιδιαίτεροι συσχετισμοί συμφερόντων ή δυνάμεων ή αλλότριοι λόγοι συμπόρευσης της Νομοθετικής με την εκάστοτε Εκτελεστική Εξουσία άφησαν αντισυνταγματικά και αντίθετα στην έννοια του Κράτους Δικαίου, χωρίς συνέπειες τη Διοίκηση, όταν δεν συμμορφώνεται άμεσα και ενεργά; Αυτή η για 56 χρόνια «αδράνεια» συνέτεινε και συντελεί στο να διαμορφωθεί μια κατάσταση η οποία κατέστησε τη Διοίκηση πιο δύστροπη και αλαζονική έναντι των ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων του απλού πολίτη.
Πρέπει, επιτέλους, αυτό το καθήκον να εκπληρωθεί από τη νέα Βουλή. Άλλως θα θεωρηθεί η συνέχιση της αδράνειας αυτής ως οριστικοποίηση της «τακτικής» για διασφάλιση της ατιμωρησίας των διοικητικών Αρχών, όταν δεν συμμορφώνονται με τις δικαστικές αποφάσεις. Αδράνεια που αφήνει δυνατότητα στα διοικητικά όργανα να μην υποτάσσονται, όπως ο καθένας μας, στην υπεροχή του Νόμου και του δικαστικού δεδικασμένου. Κατάσταση που δεν επιβεβαιώνει Κράτος Δικαίου.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




