Ήταν ένα αγόρι παχουλό, με ολόγλυκο χαμόγελο, με χαρακτηριστικό το «ρο» που όταν το πρόφερε ακουγόταν «γο», που με τα χρόνια η παρουσία του χαράχτηκε στη ζωή του νεότερου Ελληνισμού. Μ’ ένα τσιγάρο στα δάχτυλα, μ’ ένα πείραγμα πάντα στα χείλη, με γλώσσα «βιτριόλι», όπως έλεγαν οι φίλοι του.

Από την Ξάνθη όπου γεννήθηκε και πρωτοπήρε μαθήματα πιάνου, βιολιού και ακορντεόν, χάρη στην απίστευτη τρυφεράδα της δασκάλας μάνας του, μέχρι τα «Παιδιά του Πειραιά», με το Όσκαρ και τη διασημότητα που απλώθηκε σ’ όλο τον κόσμο και που του στέρησε, όπως έλεγε, τη δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος τη σχέση του με τον ακροατή, ο δρόμος μακρύς. Η δημιουργία χωρίς ανάσα.

Εξήντα ένα ολοκληρωμένα μουσικά έργα για το θέατρο, εβδομήντα ένα για τον κινηματογράφο, δέκα για αρχαίο δράμα, δεκάδες ασυμπλήρωτα. Ταξίδι στην Αμερική, δημιουργία σε διαφορετικούς καλλιτεχνικούς χώρους, μουσική για μπαλέτο, συμφωνική ορχήστρα. Το έργο του «Reflections» συζητιέται στον καλλιτεχνικό κόσμο.

Επιστροφή στην Ελλάδα («δεν ζω εγώ μακριά απ’ αυτό το χάος», έλεγε), μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», έρωτας για τη μουσική, ο «Μεγάλος ερωτικός» (1969). Διευθυντής της Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Ορχήστρας, ιδρυτής του Τρίτου Προγράμματος που έφερε την ανανέωση στο καλουπιασμένο ραδιόφωνο της αστικής τάξης.

«Λαϊκό τραγούδι είναι οι μοναδικές στιγμές που, όταν τις ζει ο άνθρωπος, είναι σκέτα άνθρωπος, χωρίς τη βία του Χρόνου, χωρίς την αγωνία του Χώρου, χωρίς τη φθορά της Τάξης του».

Αυτό διακήρυξε ο «μη λαϊκός αστός παρατηρητής», όπως χαρακτήρισε τον εαυτό του ο Μάνος Χατζιδάκις των είκοσι τριών χρόνων, όταν το 1949 έδωσε στο Θέατρο Τέχνης την ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο, που ουσιαστικά καταργούσε το ξενόφερτο χαζοχαρούμενο ελαφρό της μεταπολεμικής Ελλάδας, οριοθετώντας μια ουσιαστική και γνήσια σχέση με τον κόσμο. Για την επιβίωσή του, στους δύσκολους καιρούς, υπήρξε φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, παγοπώλης, υπάλληλος σε φωτογραφείο, βοηθός νοσοκόμος.

Καθιερώνει τις «Μουσικές γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, εγκαινιάζει το καλλιτεχνικό φεστιβάλ «Μουσικός Αύγουστος» στο Ηράκλειο, οργανώνει τους αγώνες ελληνικού τραγουδιού στην Κέρκυρα. Εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό «Τέταρτο», δημιουργεί την πρώτη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία στην Ελλάδα, τον Σείριο και την ομότιτλη μπουάτ. Ιδρύει την «Ορχήστρα των χρωμάτων» και συγκλονίζει στη συναυλία, στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού.

Οργανώνει τους «Πρώτους αγώνες τραγουδιού Καλαμάτας». Κι όλα αυτά μέχρι το 1992, πάντα με παρακαταθήκη τη δεκαετία του ’60, όταν μελοποιούσε τους κορυφαίους της ελληνικής ποίησης Νίκο Γκάτσο, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Άγγελο Σικελιανό, με σεβασμό στην παράδοση, μ’ έναν νέο αέρα. Στην ιστορία μένουν οι μοναδικές συγκεντρώσεις τους στο πατάρι του «Λουμίδη» κι ύστερα στου «Φλόκα», όπου καταγράφουν μια Αθήνα πολιτισμού, ευγένειας, τρυφεράδας.

«Το τραγούδι πρέπει να βασίζεται σε υψηλό ποιητικό λόγο, αλλά και να περιέχει ισχυρό μύθο», λέει όταν συμπληρώνει τον κύκλο τραγουδιών «Μυθολογία», το 1965, σε δικούς του στίχους. Έχουν προηγηθεί η «Οδός Ονείρων» (1962), «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» (1962), το «Παραμύθι χωρίς όνομα» και άλλα. Λάτρης του Γιάννη Τσαρούχη, που κι εκείνος τον θεωρούσε μοναδικό.

Αμφισβητίας και αναθεωρητής κάνει έντονη την παρουσία του στην πολιτική (είναι ένας από τους ανθρώπους που υπολογίζει, σέβεται και αγαπά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής). «Είμαι δημοκράτης αστός, ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς, εγώ περιέχω τον αριστερό, ο αριστερός όμως δεν με περιέχει», διακηρύττει. Τη στάση του στον μεταπολιτευτικό βίο καθορίζουν τα έργα του «Τα παράλογα» (1976), «Η εποχή της Μελισσάνθης» (1980), «Πορνογραφία» (1982), «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς» (1983).

Δεκάδες χρόνια απίστευτης δημιουργικότητας, εγρήγορσης, πάντα μ’ ένα πνεύμα μοναδικό. Οι «αφορισμοί», οι «ατάκες» του άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στον ελληνικό πολιτισμό. Αγάπησε με τον δικό του τρόπο, αγαπήθηκε, μισήθηκε, συκοφαντήθηκε, μα ήταν πάντα ο εαυτός του. Πέρασε από το νυστέρι του μεγάλου καρδιοχειρουργού Μάγκντι Γιακούπ, που τα μαγικά χέρια του καθοδηγούσε πάντα η μουσική του Μάνου.

Είκοσι δύο χρόνια από εκείνο το πρωινό, 15 Ιουνίου 1994, που έφυγε. Κι όπως απεχθανόταν τα μνημόσυνα -μνημόσυνο γι’ αυτούς που αγαπώ κάνω κάθε λεπτό στην καρδιά μου, έλεγε- εμείς θα πούμε μόνο: «Σσσς, σιωπή, ο Μάνος κοιμάται».

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ