Η εκλογή του Προέδρου της Βουλής πραγματοποιήθηκε, αφού η άτυπη συνεδρίαση των αρχηγών πριν από την πρώτη συνεδρίαση τής 2.6.2016, κατέληξε σε απόφαση για τη διαδικασία επιλογής με το να προκρίνει την κοινοβουλευτική πρακτική που εφαρμόστηκε το 1985. Μόνη προσθήκη ήταν η ύπαρξη μιας ακόμη ψηφοφορίας στην περίπτωση κατά την οποία στην τρίτη, υπήρχε ισοψηφία μεταξύ υποψηφίων. Το ερώτημα, όμως, πέρα από τη χρονική απόσταση των 31 ετών από την τότε εκλογή, που επέτρεπε εκσυγχρονισμό ή μια άλλη τώρα θεώρηση, ή επίκληση εκείνης της πρακτικής, απλώς αποτελούσε εφαρμογή των Κανονισμών της Βουλής του 1995, που προέβλεπαν τη συγκεκριμένη διαδικασία που εφαρμόστηκε!
Προφανώς μια όχι επιτυχημένη αφετηρία που προεκτάθηκε και στη διαδικασία κατανομής και συγκρότησης των επιτροπών της Βουλής. Μάλιστα, ενώ η Βουλή αγνόησε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση του 1996 Δημήτρης Χριστόφιας και άλλοι, που αφορούσε ειδικά στην ερμηνεία του Άρθρου 72.3 του Συντάγματος, με βάση το οποίο η Βουλή αποφάσισε κατά πλειοψηφία στις 13.6.1996, όπως ο τότε βουλευτής Νίκος Αναστασιάδης ασκεί καθήκοντα ως «μόνιμος» αναπληρωτής του Προέδρου της Βουλής σε κάθε περίπτωση πρόσκαιρης απουσίας του. Συγκεκριμένα, τότε τέθηκε προς έλεγχον ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου η απόφαση της Βουλής να υπάρχει ένας μόνιμος αναπληρωτής του Προέδρου, αντί να τον αντικαθιστά σε κάθε περίπτωση απουσίας ο εκάστοτε Πρεσβύτερος. Μια
απόφαση της Βουλής, η οποία, όμως, έκτοτε δεν επαναλήφθηκε.
Η όλη τότε επί Δικαστηρίω διαφορά περιστράφηκε στην πρόβλεψη του Συντάγματος που καθόριζε δυνατότητα αντί να αναπληροί τον Πρόεδρο της Βουλής ο Πρεσβύτερος βουλευτής, να είναι δυνατό «…εάν οι βουλευταί αποφασίσωσιν άλλως» να υπάρξει διευθέτηση, ως αυτή που αποφασίστηκε τότε με μόνιμη αναπλήρωση. Αυτή ακριβώς η προβλεφθείσα συνταγματική εξαίρεση ή δυνατότητα, θεωρήθηκε από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι παρείχε όντως το δικαίωμα και τη διακριτική ευχέρεια στη Βουλή, χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, να αποφασίσει «άλλως». Μπορούσε δηλαδή η Βουλή να «ανατρέψει» τη Συνταγματική πρόνοια περί Προεδρίας της Βουλής επί απουσίας του Προέδρου από τον Πρεσβύτερο. Τούτο γιατί κρίθηκε ότι η ορθή ερμηνεία αυτής της πρόνοιας παρείχε τη δυνατότητα αυτή, ανεξάρτητα με το πότε προέκυψαν λόγοι αναπλήρωσης του Προέδρου.
Η μειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατήρησε ότι κατά το Σύνταγμα, η ανάγκη πρόσκαιρης αναπλήρωσης του Προέδρου προκύπτει μόνο, κάθε φορά που συντρέχει απουσία του Προέδρου της Βουλής. Γενεσιουργός δηλαδή αιτία για να αναπληρώσει ο Πρεσβύτερος των βουλευτών ή να υπάρξει άλλη απόφαση περί τούτου, είναι η κάθε ξεχωριστή περίπτωση απουσίας του Προέδρου. Υπήρξε δε μεταξύ άλλων περί τη διαφωνία της πλειοψηφίας των Δικαστών και αναφορά στη διαφορά που προέκυπτε από τη χρήση του ρήματος «αποφασίσωσιν» αντί «αποφασίζουσιν».
Διαφορά που επέτρεπε ερμηνεία ώστε η απόφαση για το ποίος θα αναπληροί τον Πρόεδρο της Βουλής, αντί του Πρεσβυτέρου, να ισχύει για αόριστο αριθμό περιπτώσεων απουσίας του. Δηλαδή το Ανώτατο Δικαστήριο έντεκα χρόνια μετά την απόφαση Λαδά επανέλαβε και επιβεβαίωσε ότι, στο πλαίσιο του Συντάγματος, η Βουλή ρυθμίζει τα του οίκου της κανονιστικά με δικές της αποφάσεις και κανονισμούς.
Αυτή λοιπόν η αυτοτέλεια της Βουλής έπρεπε να οδηγήσει σε μια απλοποίηση και για ό,τι αφορά την πρόσφατη επιλογή του Προέδρου της. Η επίκληση του τρόπου επιλογής που έγινε το 1985 δεν συμπίπτει με την κρατούσα διεθνώς αντίληψη, ότι μετά την πρώτη ψηφοφορία όταν υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι, η δεύτερη ψηφοφορία θα πρέπει να περιορίζεται μεταξύ μόνο των δύο υποψηφίων που έλαβαν τις πιο πολλές ψήφους. Διαδικασία δηλαδή ανάλογη με την ανάδειξη και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τουλάχιστον έτσι, δεν θα υπήρχε το απαράδεκτο φαινόμενο οι 18 βουλευτές που συνέβαλαν καθοριστικά στην εκλογή του Προέδρου, να ψηφίσουν εκ δευτέρου τον κομματικό Πρόεδρό τους!
Αφού δεν έγινε αυτή η απλή τροποποίηση της διαδικασίας ψηφοφορίας στις 2.6.2016 με απόφαση επί τούτου από το ίδιο το συλλογικό θεσμικό όργανο μετά τη διαβεβαίωση των βουλευτών, ας αποτελέσει λόγον ώστε να μη χρειαστεί εκ νέου στο μέλλον να γίνει επίκληση της πρακτικής του 1985. Ας γίνει έγκαιρα η αναγκαία τροποποίηση και σ’ αυτήν την πρόβλεψη των Κανονισμών της Βουλής του 1995, που θα αποκαλύπτει και εκσυγχρονισμό.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




