Η λαϊκή κοινή γνώμη ανέμενε ότι, για την εκλογή Προέδρου της Βουλής, οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου θα κατόρθωναν να είναι ενωμένες, ώστε να σταλεί ένα πολλαπλό μήνυμα προς όλους. Τούτο θα ισχυροποιούσε τον αγώνα διεκδίκησης, αντί διάστασης σε στόχους και φιλοσοφία λύσης του Κυπριακού, της οικονομίας και της εσωτερικής διακυβέρνησης.

Το να αποφάσιζαν ειδικά και με μόνο κριτήριο το καλό του τόπου, με υπέρβαση του οποίου προβλεπτού ή μεθοδευμένου κομματικού «κέρδους», θα ήταν παράλληλα δείγμα ομόψυχης θεώρησης και πρώτο βήμα προς την καταπολέμηση της αδιαφορίας και της μη προσέλευσης στην κάλπη του 33% των πολιτών, και παράλληλα μήνυμα προς τα έξω ότι οι αντιπρόσωποι του λαού στη Βουλή θα προχωρήσουν από κοινού στην πορεία προς δικαίωση του τόπου και του λαού.

Άλλωστε, θα πρέπει να μη διαφεύγει της προσοχής ότι η εκλογή του Προέδρου της Βουλής μετά την Τουρκανταρσία του 1963 γίνεται κατ’ εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης ως αποτέλεσμα της μεθόδευσης, την οποία έκτοτε εφάρμοσε η Τουρκία για «εξαφάνιση» της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την απόσυρση τότε όλων των Τουρκοκυπρίων από τα θεσμικά όργανα ή τις υπηρεσίες του κράτους, μέχρι και την προβολή τώρα του απαράδεκτου όρου «εκλιπούσα».

Μια κατάσταση που προφανώς επέβαλλε έκτοτε, αλλά και πολύ πιο έντονα μετά την τουρκική στρατιωτική εισβολή, κατοχή και εποικισμό, να έχουμε ένα κοινό αντικατοχικό μέτωπο και διεκδίκηση.

Υπό αυτή την έννοια η διαβεβαίωση που έδωσαν οι 56 Βουλευτές για διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας παρέμεινε, μάλλον, ως γράμμα κενό σημασίας. Τέτοιο καθήκον απαιτεί κοινή δράση και αποφασιστικότητα.

Οι δίκαιοι αγώνες προς επιβεβαίωση του καθήκοντος αυτού μπορεί να πραγματωθούν μόνο με συμπόρευση δυνάμεων με επίκεντρο την ιστορική μνήμη και τις θυσίες, χωρίς φιλοδοξίες και μικροκομματικούς τακτικισμούς. Αντίθετα, η αριθμητική δύναμη της νέας σύνθεσης της Βουλής, η προοπτική των Προεδρικών εκλογών του 2018 και η παρασκηνιακή αναζήτηση λύσεων με αλλότριους στόχους και πρόσκαιρες μεθοδεύσεις υπερίσχυσαν για μια ακόμη φορά.

Η Βουλή την περασμένη Πέμπτη, ενώ είχε τη συνταγματική επιβεβαίωση από το Ανώτατο Δικαστήριο (υπόθεση Λαδά 1985 και Χριστόφια 1996) ότι μπορούσε να επιλέξει με ένα σύστημα ανάδειξης Προέδρου, άλλο από ό,τι η κοινοβουλευτική πρακτική ή οι πρόνοιες των Κανονισμών της Βουλής καθιέρωσαν, παρέμεινε στα ίδια.

Έτσι είχαμε επιλογή Προέδρου με 21 ψήφους, εκ των οποίων όμως οι 18 Βουλευτές είχαν επίσης ψηφίσει και άλλον υποψήφιο στην ίδια αυτή ψηφοφορία. Η νεοεκλεγείσα Βουλή επέλεξε να εγκαταλείψει αυτό το αυτοτελές δικό της δικαίωμα να ρυθμίσει τα του οίκου της, ως ήθελε ορθολογιστικά, και περιορίστηκε σε επιλογή μεταξύ πέντε υποψηφίων σε τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες, όπου στην τελευταία, ένα ολόκληρο κόμμα ψήφισε υπέρ του εκλεγέντος, αλλά και υπέρ του αρχηγού του(!), ενώ ήδη υπήρξε η πλειοψηφία των 21.

Η δημοκρατική αρχή αλλά και η δυνατότητα ανάλογης εφαρμογής, όπως η επιλογή Προέδρου της Δημοκρατίας (αλλά ακόμη και Δημάρχου), μπορούσε να καθίστατο παράδειγμα, ώστε μετά την πρώτη ψηφοφορία να εγίνετο δεύτερη και τελική επιλογή μεταξύ των δύο υποψηφίων που στην πρώτη ψηφοφορία έλαβαν τις πιο πολλές ψήφους. Όμως οι 56 Βουλευτές δεν συζήτησαν και ούτε υπήρξε διαβούλευση ή συλλογικός προβληματισμός. Απλώς γιατί προϋπήρξε μια «άτυπη» συνεδρίαση των επτά κομματικών αρχηγών!

Ευχή όλων, να είναι όντως επιτυχημένη η θητεία του Προέδρου και βοηθητική η συμβολή των υπολοίπων 55 Βουλευτών. Όμως η πρώτη συνεδρίαση της νέας Βουλής, δυστυχώς, κατέδειξε μια λειτουργία πειθήνια σε κομματική ομαδοποίηση, που θα επιφέρει πρόσθετη λαϊκή απαξίωση.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος