Πρωινό σαν όλα τα άλλα, σκούπα, ξεσκονόπανο, η «σκλαβιά» της καθημερινής λάτρας. Ένα ξεστράτισμα της ματιάς στην τηλεόραση κι ο σπινθήρας βάζει μπουρλότο. Ζάκυνθος. Πανώρια η κόρη, με το σπαθί υψωμένο, με τέλεια σμιλεμένα τα μαρμάρινα «αίματα» να κυλάνε σαν πτυχές μεταξωτού, ζωντανεύει τον Κόντε Διονύσιο Σολωμό

Η Ελευθερία. Πληγωμένα απ’ το σμαραγδί και το ζαφειρί του νησιού τα μάτια κι άντε τώρα να συμμαζέψεις τα ασυμμάζευτα στο μέσα και στο έξω σου.

Ε, ναι, Επτανήσιος μόνο θα δούλευε έτσι την ιδέα πρώτα, τη γλώσσα ύστερα. Μακριά απ’ τα τετρακόσια χρόνια του τούρκικου βρόχου, του σκυμμένου μπρος στον τρόμο της χαντζάρας σβέρκου, του σκοταδιού, της αγραμματοσύνης. Φράγκικο ανάλαφρο αεράκι απ’ το Ιόνιο στο μυαλό και στις καρδιές.

Άλλοι Έλληνες εκεί, λεπτοί, αβροί, διαβασμένοι, καλλιεργημένοι. Δώρο τον έκαναν στους άξεστους, αγράμματους, κουρελιασμένους της «παλιάς Ελλάδας», δυο χρόνια μετά την επανάστασή τους. «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» με τη μελωδία του Κερκυραίου Νικόλαου Μάντζαρου και το πετσί να τινάζεται στην κάθε λέξη του, αιώνες τώρα.

Το πάλεψε στας Ευρώπας ο Ρήγας ο Φεραίος απ’ το βουνίσιο Βελεστίνο, μ’ εκείνο το «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά» και το άλλο «Σάματις έχω άλλο τι, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». Οι ωδές του Ανδρέα Κάλβου, Ιόνιο πνεύμα κι αυτός, «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία».

Κι άντε την ελευθερία που σου κλέβουν με όπλα κάνεις ένα «ντου» και την παίρνεις πίσω, πάντα με αίμα. Την άλλη, την εσωτερική, μου λες πώς τα καταφέρνεις και πόσο να την καρπωθείς; Γιατί αυτή κι αν σε θέλει παλληκάρι. Να ζεις, λέει, ελεύθερος από ιδεολογίες, ιδιοκτησίες, υποχρεώσεις, έξω απ’ το σύστημα που θέλει ανθρώπους σαν από φωτοτυπική να στηρίζουν αυτούς που το επινόησαν.

Απ’ το σχολείο. Μα διδάσκεται η ελευθερία; Από ποιον; Ποιον συμφέρει ο ελεύθερος άνθρωπος; Που να ’χει πρώτα ελευθερώσει το μέσα του. Να πραγματώνει την ελευθερία του μέσα απ’ τη δημιουργία. Να βάζει τα όριά του και το ίδιο να σέβεται τα όρια των άλλων. Και πόσοι είναι οι ελεύθεροι που άφησαν παρακαταθήκη στον ελληνικό κόσμο;

Να, ας πούμε, ο Μάνος Χατζιδάκις. Σαν βόμβα ρίχνει στο τρίτο πρόγραμμα της ΕΡΤ την Λιλιπούπολη και τον Μορμόλη ανατινάζοντας τα κατεστημένα του «Καλημέρα σας παιδάκια, πέστε και σεις καλημέρα στη θεία Λένα». Ελεύθερος σαν οδοστρωτήρας ο εκφραστής της πιο συντηρητικής παράταξης -ίσως ακριβώς γι’ αυτό- σπάζει τα τζάμια της σοβαροφάνειας, δίνει ώθηση στη σκέψη, τη δημιουργία. Στα σχόλιά του καυστικός, ανατρεπτικός, συνταράζει την Ελλάδα.

Να, μετά ο Ελύτης. Πέντε μέρες μετά το Νόμπελ, αυτός που δεν χρειάστηκε να δουλέψει ούτε μια ώρα, πάμπλουτος από γεννησιμιού του, κλείνεται στα εξήντα δύο τετραγωνικά, στη Σκουφά, όπου έζησε όλη του τη ζωή, κατεβάζει το τηλέφωνο, δεν τον ενδιαφέρει να μιλήσει με κανένα. Μόνο γράφει. Αυτή είναι η ελευθερία του. Στα ράφια διακρίσεις τιμές, βραβεία. Του φτάνουν τα κεντίδια, τα πήλινα, τα θυμητάρια της ρίζας του.

Ο κόσμος του είναι ο ήλιος, η θάλασσα. Τσαλαπατάει τις ιδεολογίες με δυο αράδες του: «Στροφή της κεφαλής δεξιά, όλα είναι σκ...». «Στροφή της κεφαλής αριστερά, όλα είναι σκ…» Το δικαίωμα γι’ αυτήν την «εύοσμη» λέξη τού το δίνει η ποίησή του, η δημιουργία του, η παρουσία του, η βαθιά ερωτική γραφή του, οι στίχοι του που μελοποιημένοι έφεραν νέα πνοή, σκόρπισαν ομορφιά και δροσιά Αιγαιοπελαγίτικη στην πικραμένη φτωχιά Ελλαδίτσα. Ναι, κι αυτός από τον κόσμο της συντήρησης, της υποκρισίας, της συμβατικότητας. Τυχαίο;
Ε, να κι από μια γωνιά ο Μιχάλης ο Κατσαρός μ’ αυτούς τους στίχους του:

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει, καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει, «Δόξα σοι ο Θεός».
Αντισταθείτε στην κρατική εκπαίδευση,
στον φόρο,
και σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Κέντρισμα για αναζήτηση της αλήθειας, για τίναγμα της ομίχλης που κουκουλώνει την κολοβωμένη ελευθερία. Ναι, θέλει αρετήν για να δημιουργήσεις και τόλμην για να πληρώσεις το τίμημα, όποιο και να 'ναι.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ