Όταν το 1985 η νεοεκλεγείσα τότε Βουλή δεν κατάφερε από την πρώτη ψηφοφορία να επιλέξει τον Πρόεδρό της, χρειάστηκε η καταφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε στη γνωστή υπόθεση Γεώργιου Λαδά και άλλων του 1985 τα ακόλουθα για το δικαίωμα της Βουλής να καθορίσει ειδική διαδικασία με διαδοχικές ψηφοφορίες:
«Έκφραση του δικαιώματος τούτου είναι το Άρθρο 73.1 του Συντάγματος, το οποίο, όμως, δεν είναι ούτε εξαντλητικό ούτε περιοριστικό του τρόπου ασκήσεως του εν λόγω κυριαρχικού δικαιώματος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ως εκ τούτου η Βουλή των Αντιπροσώπων δύναται να ρυθμίζει τη διαδικασία της όχι μόνο με τον κανονισμό της αλλά και οποτεδήποτε τούτο χρειάζεται, με ειδικές για τον σκοπό αυτό αποφάσεις της, οι οποίες είναι ισοδύναμες προς κανονισμό της Βουλής των Αντιπροσώπων».
Τονίστηκε μάλιστα ότι, «καμιά ρύθμιση του θέματος εκλογής Προέδρου της Βουλής δεν πρέπει να οδηγεί σε αποτελμάτωση που αναπόφευκτα καταλήγει σε παράλυση».
Η ίδια προαναφερθείσα απόφαση κατέγραψε και τα ακόλουθα σε περίπτωση απόφασης για «ειδική διαδικασία»:
«…νοουμένου βεβαίως ότι η περί ειδικής διαδικασίας απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων θα ψηφίζεται με την πλειοψηφία η οποία απαιτείται από το Άρθρο 78.1 του Συντάγματος».
Πρόσθετα τονίστηκε ότι αυτή η εξουσία της Βουλής δεν υπάγεται σε διαδικασία έγκρισης από τον Πρόεδρο του Κράτους (Άρθρο 52), γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με το κυριαρχικό δικαίωμα της Βουλής των Αντιπροσώπων να ρυθμίζει τα της διαδικασίας της και επίσης θα παραβίαζε τον διαχωρισμό μεταξύ της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας, εξ ου και η ακόλουθη πρόσθετη αναφορά στην εν λόγω δικαστική απόφαση, περί την επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη να μην καθορίσει τον τρόπο εκλογής των αξιωματούχων του Σώματος, η οποία προφανώς δεν ήταν τυχαία, τούτο γιατί «...συναρτάται με τη φύση της αρμοδιότητας αυτής που είναι αλληλένδετη με την αυτοτέλεια και αυτονομία του Σώματος, συνάδει δε με τους συνταγματικούς θεσμούς που ισχύουν σε πολλές άλλες χώρες». Τονίστηκε επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εκλογή αυτή ενέχει «…ύψιστη πολιτειακή σημασία…».
Χάριν της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας του τόπου μας, να θυμηθούμε ότι το ζήτημα, ως ήδη ανέφερα, δεν λύθηκε τότε στην πρώτη συνεδρίαση (12/12/1985), αλλά ακολούθησαν άλλες τρεις συνεδριάσεις (19/12/85, 27/12/85 και 30/12/85). Η δε εκλογή του Βάσου Λυσσαρίδη αποφασίστηκε τελικά στην τρίτη ψηφοφορία που έγινε στις 30/12/85, χωρίς μάλιστα την απόλυτη πλειοψηφία, αφού προηγήθηκε η κρίση του Δικαστηρίου.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν εξαιρετικά βοηθητική η ταχύτητα που επέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο που αντιμετώπισε σε χρόνο, ουσιαστικά, ελάχιστο, τις δύο ενώπιόν του διαδικασίες και αποφάσισε στις 30/12/85. Πρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μετά τις 12/12/85 επόμενες συνεδριάσεις της Βουλής, έως και την τελική απόφαση εκλογής Προέδρου της Βουλής τότε, χαρακτηρίστηκαν ως αναβολή και συνέχιση των εργασιών της πρώτης συνεδρίασης (και όχι ως «διακοπή» και ορισμός νέας συνεδρίασης), ώστε να υπάρξει συμμόρφωση προς το Άρθρο 72 του Συντάγματος που απαιτεί όπως, η επιλογή γίνει, με «…εν τη αυτή συνεδριάσει…».
Για να λυθεί το ζήτημα εάν θα ήταν «διακοπή» ή «αναβολή-συνέχιση της πρώτης» υπήρξε μια εκπληκτικά σοβαρή και εκτεταμένη πολιτικο-νομική επιχειρηματολογία, που κατέδειχνε τον σεβασμό προς τις συνταγματικές επιταγές.
Διαδικασίες που φαίνονται να αφέθηκαν να ανήκουν στο παρελθόν αφού στην τελευταία συνεδρίασή της η Βουλή, αντί «διακοπής των εργασιών» της έως τις 2/6/16, επέλεξε την «αυτοδιάλυση», που την κατέστησε έκτοτε απελθούσα!
Ελπίζω η επιλογή Προέδρου αυτήν τη φορά να διέπεται από αρχές γνωστές και σύμφωνες στο δίκαιο και, βέβαια, να συμπίπτει προς τη δημοκρατική αρχή. Άλλωστε η τεράστια αποχή θα πρέπει να αποτραπεί με αποφάσεις και στάση των πολιτικών που θα οδηγούν τους πολίτες στην άρση της απαξίωσης προς τη συνεχή αντιπαλότητα και τη μικροπολιτική. Ο τόπος και το μέλλον του θα πρέπει να είναι το κυρίαρχο στοιχείο σκέψης εκάστου των 56 βουλευτών. Η πλειοψηφία του 28 έναντι 27 και μια αποχή του 2011 θα πρέπει να μην επαναληφθεί.
Όποια διαδικασία και εάν επιλέξει η νέα Βουλή μετά την προβλεπόμενη διαβεβαίωση πίστης, θα πρέπει να αποφασίσει, είτε υιοθετώντας τη διαδικασία που καθιέρωσε η τότε Βουλή του 1985 (από τα μέλη της οποίας δεν εξακολουθεί κανένας να είναι μέλος και της νέας Βουλής), είτε να καθορίσει ποια άλλη διαδικασία θα πρέπει ελεύθερα και αυτεξούσια να οδηγηθεί σε επιλογή, που πρέπει να εκπέμπει ένα μήνυμα ενότητας με την επιλογή του πραγματικά καταλληλότερου, χωρίς μικροπολιτικούς υπολογισμούς για το 2018.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




