O νεοεθνικισμός είμαι μια θλιβερή πραγματικότητα, που ανθεί τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας και που σίγουρα θα ευνοήσει την εμπέδωση της διχοτόμησης και τη σταδιακή ολοκληρωτική αναγνώρισή της. Ακολούθως σε πολύ λίγα χρόνια θα οδηγήσει στη μη αναστρέψιμη τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου.

Είναι γνωστό ότι, μέχρι το 1974, οι Ελληνοκύπριοι ηγέτες αγωνίζονταν για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, οδηγούσαν άλλοι συνειδητά και άλλοι ασυνείδητα στη διάλυση του νεαρού κυπριακού κράτους. Ένα κράτος στο οποίο είχαν οι ανόητοι το επάνω χέρι.

Η Αριστερά αντί να είναι ο φορέας της λογικής και της προόδου τέθηκε επικεφαλής του αγώνα για την ένωση, αφού παρασύρθηκαν ως πολιτικά νήπια από τον Ζαχαριάδη που υποσχόταν από τα βουνά τη στρατιωτική νίκη κατά του καλά εξοπλισμένου και οργανωμένου ελληνικού στρατού και της πανίσχυρης τότε Αγγλίας, που ενεπλάκη στον εμφύλιο με προσωπική παρέμβαση του Τσόρτσιλ.

Η πολιτική της ένωσης αποτελεί έκφραση του κλασικού εθνικισμού, επειδή δεν λαμβανόταν υπόψη η θέληση της τουρκοκυπριακής κοινότητας για το μέλλον της χώρας της. Ήταν εθνικισμός, επειδή η ελληνοκυπριακή κοινότητα θεωρούσε την τουρκοκυπριακή κοινότητα ως ξένο σώμα της κυπριακής κοινωνίας.

Τα γεγονότα του 1974 οδήγησαν στην οριστική κατάρρευση της πολιτικής της ένωσης και μαζί με τη νεκρολογία της θάφτηκε και ο κλασικός εθνικισμός των Ελληνοκυπρίων. Διαγράφηκε οριστικά από το πολιτικό λεξιλόγιο του Προέδρου Μακαρίου, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο τον Δεκέμβρη του 1974, όπως και από το λεξιλόγιο των πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ΑΚΕΛ, το οποίο είναι το τελευταίο που διέγραψε στη δεκαετία του 1980 την επιδίωξη της ούτω καλούμενης «αυτοδιάθεσης- ένωσης».

Με τη διαγραφή της ένωσης δεν σημαίνει ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα απαλλάχτηκε από τον εθνικισμό της. Ο εθνικισμός έχει την ικανότητα να μεταλλάσσεται, να λαμβάνει νέες μορφές και να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Έτσι, λοιπόν, είχαμε στην κυπριακή κοινωνία μια μετάλλαξη του εθνικισμού και πήρε τη μορφή «νεοεθνικισμού».

Ο ελληνοκυπριακός νεοεθνικισμός, μετά το 1974 δεν εκφράζεται πια με την ένωση, αλλά με φανατική υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, που μέχρι το 1974 ήθελε να διαλύσει. Σχήμα οξύμωρο και σχιζοφρενική συμπεριφορά από τους γνωστούς «πατριώτες».

Η υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι, φυσικά, μια ειλικρινής πατριωτική πράξη. Δεν είναι δυνατό να πιστέψει ένας νοήμων πολίτης ότι οι υπερπατριώτες, που πήραν τα όπλα για να το διαλύσουν, σήμερα από την υπερβολική αγάπη που έχουν σε αυτό εισηγούνται επιστροφή στο… ενιαίο κράτος.

Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη τους για τους Τουρκοκυπρίους, που δεν αντέχουν να ζουν χωριστά σε δύο κοινότητες, έστω σε ένα διζωνικό δικοινοτικό κράτος. Εισηγούνται, λοιπόν, επιστροφή στο κράτος που οι ίδιοι κατήργησαν! Η πολιτική σχιζοφρένεια σε όλο της το μεγαλείο. Η ξεφτίλα σε όλο της το μεγαλείο. Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο.

Για να θραφεί και συντηρηθεί ο νεοεθνικισμός, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η συνεχής προσπάθεια εμπέδωσης του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι για όλα φταίει ή άλλη πλευρά και οι εκάστοτε ελληνοκυπριακές ηγεσίες είναι τα μοιραία θύματα της τουρκικής πολιτικής αδιαλλαξίας και της ιμπεριαλιστικής βουλιμίας.

Η αλλαγή της ηγεσίας στην Τουρκία και η εκδήλωση της επιθυμία της να επιλύσει το πρόβλημα για να μπορέσει να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια, που διευρύνθηκε μετά την κατάρρευση του ψυχρού πολέμου και τη νέα κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε, ανέτρεψε τη μέχρι τότε -σε κάποιο βαθμό- θετική εικόνα της ελληνοκυπριακής ηγεσίας.

Το 2004 οριστικά το κλίμα μεταστράφηκε και οι Ελληνοκύπριοι αποτέλεσαν αντικείμενο κριτικής από τις ευρωπαϊκές χώρες που αρνήθηκαν να αποδεχτούν τον συμβιβασμό και να ενταχθεί η χώρα ενωμένη στην Ε.Ε. Το δημοψήφισμα απέδειξε τι ακριβώς εννοούσαν οι Ελληνοκύπριοι διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος στο διάγγελμά του δήλωνε με τη γνωστή φωνή του, που έγινε ακόμη πιο βραχνή από συγκίνηση, ότι δεν ήθελε, όπως έλεγε χύνοντας δάκρυα, να διαλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να την υποβιβάσει σε επίπεδο κοινότητας.

Με άλλα λόγια, ήθελε η Κυπριακή Δημοκρατία να συνεχίσει να είναι όπως την υπηρέτησε το 1963 και αργότερα, αν όχι προτιμούσε τη δεύτερη καλύτερη λύση, τη διατήρηση της κατάστασης ως έχει, το status quo, την παρούσα μορφή της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία διαχειρίζεται αποκλειστικά η ελληνοκυπριακή κοινότητα. Δηλαδή ο καθένας το κομμάτι του. Δηλαδή διχοτόμηση. Δηλαδή τζιείνοι ποτζιεί τζιαι μεις ποδά τζιαι τοίχον μες στη μέση.

Η ελληνοκυπριακή κοινότητα, που συνήθισε να αυτοκυβερνάται από το 1963, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, δεν ήταν διατεθειμένη να συμμετάσχει σε ένα νέο κράτος, όπου θα μοιραζόταν την εξουσία με τους Τουρκοκύπριους. Στη νέα γενιά υποβλήθηκε το στερεότυπο, ότι όσοι ζουν πέραν της Πράσινης Γραμμής είναι ο εχθροί μας. Είναι αυτοί που εκδίωξαν από τα σπίτια και τις περιουσίες τους γονείς μας. Άρα, κάθε λύση που δεν περιλαμβάνει επιστροφή όλων των προσφύγων και την επιστροφή των περιουσιών, δεν δικαιώνει τον αγώνα της και έτσι κάθε άλλη λύση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.

Από την άλλη πλευρά των αγκαθωτών συρματοπλεγμάτων και στρατιωτικών φυλακίων, δημιουργήθηκε επίσης μια νέα νοοτροπία: η προηγούμενη γενιά βίωσε τον κατατρεγμό και τη βαναυσότητα των εγκλημάτων της ελληνοκυπριακής κοινότητας, ενώ οι σημερινοί πενηντάρηδες είναι παιδιά του διαχωρισμού.

Μεγάλωσαν στο δικό τους περιβάλλον, στο δικό τους κράτος, με τις δικές του δομές, έμαθαν να πολιτεύονται μέσα στη συγκεκριμένη κοινωνία που είναι απαλλαγμένη από τους άλλους, που είναι «οι εχθροί». Δεν είναι εύκολο να απαλλαγεί κάποιος από τις συνήθειες που βίωσε σε όλη της διάρκεια της ζωής του.

Γι’ αυτό και στις δικοινοτικές συνομιλίες παρατηρείται μια προσπάθεια στη μια και στην άλλη κοινότητα να διατηρηθούν οι ίδιες δομές που εδραιώθηκαν στην πορεία που ξεκίνησε από το 1963 και δεν είναι διατεθειμένοι να προβούν στις αναγκαίες υποχωρήσεις για να φτάσουν σε έναν συμβιβασμό, ικανό να επανενώσει την κυπριακή κοινωνία.

Η κάθε πλευρά επιμένει να διατηρήσει το δικό της μικρομάγαζο, παρά να αντικρίσει τον άλλο στα μάτια, να σφίξουν τα χέρια και να προχωρήσουν με ειλικρίνεια να κτίσουν ένα κοινό μέλλον. Ο χρόνος είναι λίγος, πολύ λίγος, και αν σε μερικούς μήνες δεν λυθεί το Κυπριακό, θα χάσουμε την τελευταία ευκαιρία, που είναι η ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Τελικά τα πράγματα έφθασαν νομοτελειακά στο τέρμα ενός δρόμου, που έχει μπροστά του 3 παράδρομους:

1. Ο πρώτος είναι ο παράδρομος που οδηγεί την Τουρκία στους κόλπους της Ε.Ε. με τη λύση του Κυπριακού, που δεν είναι ούτε μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι άλλη από τη συμφωνηθείσα από τις δύο κοινότητες, την Τουρκία, την Ελλάδα, την Αγγλία και που είναι αποδεκτή από την Αμερική, τη Ρωσία, την Κίνα, την Ιαπωνία, όλες τις χώρες του κόσμου, το σχέδιο λύσης που βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εδώ και αρκετές δεκαετίες και που με άνεση και περισσό πατριωτισμό απορρίψαμε το 2004 με το βροντερό ΟΧΙ.

2. Ο δεύτερος είναι ο παράδρομος που οδηγεί στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. χωρίς λύση, με το σημερινό απαράδεκτο status quo, με επίσημο συγχωροχάρτι μετά από συνεχή επανειλημμένα παιδαριώδη λάθη μας, μετά από ολοένα και πιο βροντερά ΟΧΙ και μετά από το ιστορικό τσιμέντωμα του Χριστόφια, που αποδεικνύεται ότι δεν είναι τίποτε άλλο από πραγματικό και κυριολεκτικό τσιμέντωμα στις εναπομείνασες περιουσίες των δύστυχων και άτυχων προσφύγων.

3. Ο τρίτος παράδρομος οδηγεί στη μη ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. κυρίως για άλλους λόγους, ξένους προς το Κυπριακό, που νομίζουμε ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και της ζωής του υπόλοιπου κόσμου και τότε μαύρη μοίρα μας και πιο μαύρη η ράχη μας. Και όταν θα μας τη μαυρίζουν, θα ζητούμε μεγαλόφωνα (παουρίζοντας) με πόνο και απόγνωση τη βοήθεια και θα βρίζουμε τους μεγάλους, κάτι που γνωρίζουμε να κάνουμε καλά, ότι είναι ανάλγητοι και δεν έχουν κάτι που εμείς έχουμε και μας περισσεύουν, αλλά περιέργως δεν εξάγουμε, ήθος και αρχές!

Η Κουτζιούλια πρόβλεψη με βάση τα γεγονότα, τη λογική και την πορεία που ακολουθούμε και φυσικά με βάση το σχεδόν ισοπεδωμένο πολιτικό επίπεδο των ηγετών που διαθέτουμε, φυσικά βοηθούμενοι και οδηγούμενοι από τους ικανότατους Τούρκους πολιτικούς, είναι ότι τελικά δεν θα ακολουθήσουμε τον μοναδικό δρόμο που οδηγεί στη διάσωση του Ελληνισμού και στη σωτηρία της πατρίδας μας.

Θα απορρίψουμε τον πρώτο δρόμο και μάλιστα θα ξεχυθούμε στους δρόμους να κραυγάζουμε και να πανηγυρίζουμε με δάκρυα στα μάτια, ανεμίζοντας την γαλανόλευκη για τελευταία φορά.
Θα φροντίσουν πολλοί, ώστε να μην ακολουθήσουμε τον δρόμο της σύνεσης και της σωτηρίας.

Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η Εκκλησία και η Αριστερά. Τον κύριο και αποφασιστικό ρόλο φυσικά θα τον διαδραματίσει ο νεοεθνικισμός, που θα εδραιώσει στην άβουλη, την πλαδαρή, την υπερχοληστερολαιμική και αδιάφορη κοινωνία τον φανατισμό (πατριωτισμό), που αυτήν τη φορά θα τον ντύσουν αντί με τη γαλανόλευκη, με τη σημαία της Κύπρου, που τόσο πολύ αγάπησαν και υπηρέτησαν.

ΛΑΚΗΣ ΚΟΥΤΖΙΟΥΛΑΣ