Η ανάδειξη της αποχής ως πρώτου κόμματος στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές οφείλει να μας προβληματίσει. Το φαινόμενο, δυστυχώς, αναδεικνύεται έντονο στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις.

Υπενθυμίζεται ότι, στις βουλευτικές εκλογές της 22ας Μαΐου 2016, η αποχή ανήλθε στο ιστορικό 33,26% (180.644), ξεπερνώντας κατά 72.819 «ψήφους» αυτούς που επέλεξαν το πρώτο κόμμα (ΔΗΣΥ), ενώ συναθροίζοντας τις ψήφους που έλαβαν όλα τα κόμματα και ανεξάρτητοι υποψήφιοι μαζί, πλην ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτά έλαβαν 152.730 ψήφους, ενώ την αποχή επέλεξαν 27.914 περισσότεροι πολίτες. Υπενθυμίζεται ενδεικτικά ότι στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, αυτές του 2011, η αποχή ήταν 21,3% (113.216) και του 2006 11% (55.109).

Η επιλογή του ψηφοφόρου να μην πάει να ψηφίσει μπορεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους. Για την εξαγωγή συμπερασμάτων θα πρέπει κανείς να μελετήσει πρωτίστως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί προ των εκλογών και κυρίως αυτά που αφορούν στην απαξίωση των πολιτών σε σχέση με τους θεσμούς, την πολιτική και τους πολιτικούς. Το παρόν κείμενο ασχολείται μόνο με αυτό το κομμάτι της ανάλυσης για την αποχή και δεν ενδιατρίβει σε άλλους πιθανούς λόγους, που οδήγησαν σε αυτά τα ιστορικά μεγάλα ποσοστά αποχής.

Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη την κρισιμότητα των συγκεκριμένων βουλευτικών εκλογών, όπως προβλήθηκε απ' όλα τα κόμματα που συμμετείχαν στη διαδικασία από τη δική τους οπτική γωνία, αντιλαμβανόμαστε ότι η πλειοψηφία των πολιτών επέλεξαν τη μη συμμετοχή τους, ίσως γιατί τα κόμματα, οι ηγεσίες τους και οι υποψήφιοι δεν έπεισαν είτε για την κρισιμότητα των εκλογών ή για την ικανότητά τους να διαχειριστούν την κρίση.

Ενδεχομένως και όπως συζητήθηκε έντονα προεκλογικώς, οι πολίτες επιδεικνύουν έντονη απαξίωση προς την πολιτική και τους πολιτικούς, η οποία μεταφράζεται σε αυτά τα υψηλά επίπεδα αποχής από τις εκλογές, σε έναν Τόπο μάλιστα όπου τα φαινόμενα αυτά δεν υπήρχαν στο παρελθόν, τουλάχιστον σε αυτόν τον βαθμό.

Σε όλες τις περιπτώσεις και όποιοι και αν είναι οι λόγοι της αποχής σε αυτές τις εκλογές αλλά και σε προηγούμενες, τα κόμματα και οι ηγεσίες τους θα πρέπει να αναλώσουν ιδιαίτερο χρόνο για να εντοπίσουν τα ακριβή αίτια και τους λόγους που 1 στους 3 συμπατριώτες μας δεν προσήλθε στις κάλπες.

Πρωτίστως, τα κόμματα θα πρέπει να κάνουν, όπως όλοι μας, τη δική τους ειλικρινή αυτοκριτική, που να παρουσιάζει τις παραλείψεις και τα λάθη τους και να αναδεικνύει τα σημεία εκείνα στα οποία υπερτερούν. Επ’ ουδενί δεν πρέπει να «πέσει στα μαλακά» αυτό το ζήτημα, έστω και αν κάποια κόμματα παρουσιάζονται ικανοποιημένα από τις εκλογές. Αν και η αποχή μπορεί να είναι επιλογή για κάποιους, για τη δημοκρατία αυτό δεν αποτελεί λύση.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law - International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας