«Μάχεται εν μάχεται, εμέναν το τσιεκκούιν εν να ‘ρτει να μ’ εύρει»

Η παιδεία μας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι κι ο δάσκαλος είναι η καρδιά και η ψυχή της. Γίνεται κάποιος δάσκαλος γιατί πιστεύει πως μπορεί να βοηθήσει τον μαθητή να αναπτυχθεί ακαδημαϊκά, συναισθηματικά και κοινωνικά, να βελτιώσει την ικανότητά του να μαθαίνει, να εργάζεται, να κερδίζει το ψωμί του, να δίνει όραμα, περιεχόμενο, κοινωνική και πολιτική υπόσταση στη ζωή του.

Σήμερα ο αληθινός δάσκαλος θλίβεται γιατί οι μαθητές του αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την ευρωπαϊκή πρόκληση και την παγκοσμιοποιημένη αγορά εργασίας.
Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όπως επανειλημμένα έχουν δείξει οι διεθνείς αξιολογήσεις του Οργανισμού για Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (OECD) TIMSS και PISA, αδυνατεί να προσφέρει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες και βγάζει απόφοιτους με τον χαμηλότερο δείκτη απασχολησιμότητας στην ΕΕ.

Στο παγκοσμιοποιημένο μας πλανητικό χωριό, τον 21ο αιώνα θα ευημερούν μόνον εκείνα τα κράτη που θα μπορούν να παντρεύουν τις ανάγκες της παιδείας με εκείνες της οικονομίας. Η εκπαιδευτική πανωλεθρία στην TIMSS του 1995 ανησύχησε κάπως τους υψηλόβαθμους του Υπουργείου που προβληματίστηκαν για το «τις πταίει» αλλά πέραν τούτου ουδέν. Στην εικοσαετή κατρακύλα που ακολούθησε ουδείς πρόεδρος νοιάστηκε να βάλει, ως όφειλε, στο τιμόνι της παιδείας πολιτικό καριέρας με σημαντική κοινοβουλευτική παρουσία ή επαΐοντα εκπαιδευτικό με εμπειρογνωμοσύνη, διαμορφωμένη εκπαιδευτική φιλοσοφία και όραμα, «παγάν λαλέουσαν» που να διαρρέει την εκπαιδευτική ιεραρχία, να συνεγείρει και να κινητοποιεί και τον τελευταίο δάσκαλο και να τολμήσει ριζική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Αντ’ αυτού «κομματικοίς και εκκλησιαστικοίς ρήμασιν πειθόμενος» καταφεύγει στους κατά καιρούς κομματικούς Κενεβέζους και εκκλησιαστικά κυνάρια.
Η παιδεία μας δεν διέρχεται απλά κρίση, βρίσκεται μόνιμα σε παρακμή, έρμαιο της κομματοκρατίας, της πολιτικής διαφθοράς και του αχαλίνωτου συντεχνιασμού. Η διαφθορά έχει διαβρώσει το εκπαιδευτικό μας σύστημα, έχει μαράνει την ψυχή του δασκάλου, τον έχει καταντήσει στυγνό επαγγελματία της ήσσονος προσπάθειας, της αδιαφορίας, της δημοσιοϋπαλληλικής κουλτούρας, της διαπλοκής και του παράνομου φροντιστηρίου.

Οι προαγωγές μαγειρεύονται σε κομματικά καζάνια και οι διορισμένοι αχυράνθρωποι της ΕΕΥ τις προσυπογράφουν. Γονείς και μαθητές έχουν απαξιώσει το δημόσιο σχολείο και του γυρνάνε την πλάτη ακόμα και την ώρα των παραδόσεων που τις εγκαταλείπουν για το ακριβοπληρωμένο φροντιστήριο (Φιλελεύθερος 16/4/16). Κι αυτός ο απαράδεκτος εξευτελισμός της παιδείας σ’ ένα κράτος ευρωπαϊκό, με τους πολίτες να προσφέρουν αφειδώλευτα από το υστέρημά τους για να ‘χουμε κάλλιστα κτήρια, αρτιότατη υποδομή και τους πιο ακριβοπληρωμένους δασκάλους και καθηγητές.

Οι σπασμωδικές, αστρατήγητες, αποσπασματικές και παλινωδούσες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων είκοσι ετών δεν μπόρεσαν να βελτιώσουν έστω και κατ’ ελάχιστον τα εκπαιδευτικά μας επίπεδα. Οι κατά καιρούς αποσπασματικές αλλαγές πότε στα αναλυτικά και τα ωρολόγια, πότε στα βιβλία και τις μεθόδους και πότε στους δείκτες επάρκειας και επιτυχίας δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα αν δεν υπάρξει ριζική αναμόρφωση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού, αν στο πλαίσιο της λογοδότησης προς τον φορολογούμενο δεν τεθεί προ των ευθυνών του και αν η καριέρα του δεν συνδεθεί άρρηκτα και τελεσίδικα με την αποτελεσματικότητα του διδακτικού του έργου.
Το Υπουργείο αγνοεί τι πραγματικά γίνεται στα σχολεία, πόσοι δάσκαλοι και καθηγητές ανεβαίνουν στην έδρα πρόχειροι και απροετοίμαστοι, ανεπαρκείς και ακατάρτιστοι χωρίς να έχουν τη δεξιότητα να διδάξουν το παραμικρό.

Η θρυλούμενη κατάργηση του αναχρονιστικού καταλόγου δεν μπορεί από μόνη της να ανασύρει την παιδεία από τον βάλτο που την έχουν ρίξει η κομματοκρατία, ο αχαλίνωτος συντεχνιασμός και η παραπαιδεία.

Άλλωστε, τα τελευταία 25 χρόνια οι άριστοι των λυκείων μας έγιναν δάσκαλοι, χωρίς αυτό να έχει έστω και κατ’ ελάχιστον βελτιώσει τα δημοτικά μας σχολεία.
Ο μισθολογικός οδοστρωτήρας στη Μ. Εκπαίδευση, όπου οι πάντες ανεξαρτήτως ειδικότητας διανύουν ακώλυτα την Α8-11, δεν παρέχει κανένα κίνητρο και οδηγεί στην αδιαφορία, την ήσσονα προσπάθεια και την επαγγελματική αποτελμάτωση. Δεν έχω δει στον κόσμο, εκτός απ’ την Ελλάδα, εκπαιδευτικό σύστημα που να ισοπεδώνει τα πάντα και να πληρώνει τον γυμναστή που μοιράζει τον διδακτικό του χρόνο μεταξύ γηπέδου και καντίνας, όμοια με τον καθηγητή της γλώσσας που λιώνει πάνω στην έδρα, που ξημερώνεται πάνω στα γραπτά των μαθητών του, που ακόμα και στις κενές του δεν ευκαιρεί ούτε για έναν καφέ.

Όλοι οι καθηγητές, ακόμα και οι πλέον ανεπαρκείς και αδιάφοροι, φτάνουν ακώλυτα στη θέση του Β.Δ. με την Α12. Οι ελάχιστοι εκείνοι που επιμορφώνονται, που μετεκπαιδεύονται, που δουλεύουν σκληρά και έχουν λαμπρά αποτελέσματα, που πραγματικά διακρίνονται γίνονται διευθυντές με την Α13, παίρνουν δηλαδή €5.000 έναντι €4.800 του Β.Δ. και υφίστανται τις ταλαιπωρίες της εκ του νόμου προβλεπόμενης μετάθεσης και το άγχος της διοίκησης ενός σύγχρονου «θηριοτροφείου». Είναι γι’ αυτό που οι πλείστοι Β.Δ. γυρνάνε την πλάτη στο διευθυντηλίκι, συμπληρώνοντας τα εισοδήματά τους με το παράνομο χρυσοφόρο φροντιστήριο. Η άλλοτε επίζηλη θέση του διευθυντή έχει μείνει στα αζήτητα και οι κατ’ έτος διεκδικητές είναι λιγότεροι από τις προσφερόμενες θέσεις, με τις ανάλογες εκπτώσεις που έχουν ανυπολόγιστο εκπαιδευτικό κόστος.

Οξφορδιανός καθηγητής μας στο μάθημα της εκπαιδευτικής διοίκησης συνήθιζε να μας λέει «Αλίμονο στο εκπαιδευτικό σύστημα που του λείπουν οι χαρισματικοί διευθυντές, ποτέ δεν πρόκειται ν’ ανθίσει ούτε και ν’ αποδώσει».

Η παιδεία μας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, η Πολιτεία πρέπει να τολμήσει το πιο σημαντικό, τη ριζική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, να συγκρουστεί εν ανάγκη με τη δημοσιοϋπαλληλική κουλτούρα και αβελτηρία για να δώσει «πνοήν ζωής» στα σχολεία μας, να τα καταστήσει κέντρα μάθησης και καινοτομίας για τα παιδιά μας που το αξίζουν και για τον φορολογούμενο που από το υστέρημά του το χρυσοπληρώνει.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΑΒΒΑ ΣΕΠΟΣ
Φιλόλογος, τακτικός εταίρος του London Institute of Education