Έχω αναφερθεί κι άλλοτε στους δύο τρόπους διαχείρισης της οικονομίας μιας χώρας, τον σταθεροποιητικό και τον αναπτυξιακό, τους οποίους αντιπροσωπεύουν από τη μια το Υπουργείο Οικονομικών κι η Κεντρική Τράπεζα (νομισματική Αρχή) κι από την άλλη ο Μηχανισμός Προγραμματισμού/Συντονισμού της Ανάπτυξης, όπου υπάρχει. Κι οι δύο είναι εξίσου σημαντικοί για την ομαλή προς τα άνω πορεία μιας οικονομίας, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αντίστοιχα. Δυστυχώς, στην πράξη επικρατεί συνήθως η βραχυπρόθεσμη άποψη, με το δικαιολογητικό ότι είναι άμεση κι επείγουσα, σε σημείο που να παραγνωρίζεται εντελώς η μακροπρόθεσμη προοπτική. Δυστυχώς, η ίδια νοοτροπία και πρακτική έχουν υιοθετηθεί κι από την Ε.Ε. στη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της. Δεν είναι τυχαία η στενή συνεργασία της με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που αντιπροσωπεύει τη σταθεροποίηση κι όχι με την Παγκόσμια Τράπεζα, που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη. Δυσκολεύεται κανένας στα διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα να βρει αναμεμιγμένη την τελευταία.

Από την αρχή της παρούσας κρίσης στην οικονομία της Ελλάδας κι αργότερα της Κύπρου η θέση μου ήταν «με Μνημόνιο ή χωρίς Μνημόνιο η ανάπτυξη είναι η λύση». Ουσιαστικά εισηγήθηκα, τόσο στην μια όσο και στην άλλη περίπτωση, παράλληλα με την προσφυγή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης για κάλυψη των άμεσων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, να ετοιμαστεί κι ένα έκτακτο πρόγραμμα επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας. Τούτο θα εσήμαινε ότι πέραν της έκτακτης ρευστότητας που θα διελαμβάνετο στο Μνημόνιο για τις τρέχουσες ανάγκες, θα υπήρχε κι ένα μικρό ποσό για την κάλυψη των αναγκών του Έκτακτου Σχεδίου.

Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να διατηρηθεί μια κινητικότητα ανάπτυξης, πράγμα το οποίο θα βοηθούσε πιο ανώδυνα και πιο σύντομα την έξοδο από την ύφεση: λιγότερη επιβάρυνση των πολιτών, μικρότερη ανεργία, σίγουρη και σύντομη έξοδος από τη δυσπραγία. Παρόλο που στην περίπτωση της Κύπρου τελικά αναφέρθηκε στο Μνημόνιο η ανάγκη επεξεργασίας κι εφαρμογής ενός τέτοιου Έκτακτου Σχεδίου, τίποτε δεν έγινε, όπως και σε άλλα θέματα, που είχαν μεγάλο διαρθρωτικό χαρακτήρα, όπως η εισαγωγή του ΓεΣΥ. Κι ο λόγος είναι γιατί δεν συνδυάστηκαν με ένα πρόγραμμα παροχής χρηματοδότησής των, όπως έγινε στην περίπτωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Κι όμως και τώρα, μετά την «έξοδό μας» από το Μνημόνιο, δεν είναι αργά να επιδιώξουμε τη συμφωνία της Ε.Ε. για τη χρηματοδότηση ενός τέτοιου Σχεδίου. Όπως ανέφερα κι αλλού, η Ε.Ε. κι οι αρμόδιοι θεσμοί της είναι εν πολλοίς υπεύθυνοι για το κούρεμα των καταθέσεων, την παροχή ΕLΑ για διάσωση τραπεζών κ.ά., που ανέλαβε να πληρώσει ο Κύπριος πολίτης. Και γι’ αυτά, αλλά και για να αρχίσουν επιτέλους να εργάζονται για μια πραγματική ευρωπαϊκή ενοποίηση, θα πρέπει να επανέλθουν στην πρόνοια του Μνημονίου για ετοιμασία ενός Έκτακτου Σχεδίου Επαναδραστηριοποίησης της κυπριακής οικονομίας. Εάν οι ίδιοι δεν μπορούν να βοηθήσουν να ετοιμαστεί ένα τέτοιο Σχέδιο, να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να συνεργαστεί με την Παγκόσμια Τράπεζα, που διαθέτει τεράστια πείρα σε τέτοια θέματα, για το έργο αυτό. Είναι μια ευκαιρία οι Θεσμοί της Ε.Ε. να απαγκιστρωθούν από τον σταθεροποιητικό εναγκαλισμό του ΔΝΤ και να εισαγάγουν την αναπτυξιακή πτυχή στις οικονομικές τους δραστηριότητες.

Είναι ευπρόσδεκτη και προς την ορθή κατεύθυνση η πρόσφατη εξαγγελία της Κυβέρνησης για τη διάθεση προσεχώς κάποιων κονδυλίων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για χρηματοδότηση αναπτυξιακών έργων και προγραμμάτων, καθώς και άρση κάποιων επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν λόγω Μνημονίου. Κι από τις εξαγγελίες αυτές είναι καθαρό πως το Υπουργείο Οικονομικών είναι προσκολλημένο ακόμη στη σταθεροποίηση.

Δεν είναι διατεθειμένο να λειτουργήσει με αναπτυξιακούς όρους. Αντιλαμβάνομαι τις ανησυχίες του, που προέρχονται από την ανάγκη για εξυπηρέτηση του μεγάλου δημόσιου χρέους, που ανέλαβε. Έχει μεγάλη σημασία για την οικονομία να είναι αξιόχρεη. Γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, επιπρόσθετα προς τις άλλες Υπηρεσίες του Υπουργείου και της Γενικής Λογίστριας. Όμως, πέραν της προσήλωσης στην εξοικονόμηση πόρων, υπάρχει κι η πτυχή της αύξησης των εσόδων, όχι με την επιβολή νέων φόρων κι επιβαρύνσεων, αλλά από την αύξηση των οικονομικών δραστηριοτήτων και των εισοδημάτων.

Η δική μου εισήγηση είναι να απευθυνθούμε στην Τρόικα, που αντιλαμβάνομαι ότι θα συνεχίσει να επιθεωρεί τη μεταμνημονιακή κατάσταση της οικονομίας, να φροντίσει να ετοιμαστεί το Έκτακτο Σχέδιο Επαναδραστηριοποίησης, που εισηγήθηκε κάποτε, κατά προτίμηση με την Παγκόσμια Τράπεζα και την ΕΤΕ, και να αναλάβει την υποχρέωση να εισηγηθεί τρόπους χρηματοδότησης των έργων/ προγραμμάτων που θα βρεθούν βιώσιμα/κατάλληλα. Πέραν του συντονισμού των ευρωπαϊκών προγραμμάτων προς την Κύπρο και της ένταξής της σε άλλα (επενδυτικό πακέτο Γιούνκερ), η Τρόικα να φροντίσει να διατεθεί το υπόλοιπο από το αρχικό ποσό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, που δεν χρησιμοποιήσαμε, για χρηματοδότηση του Έκτακτου Σχεδίου.

Εάν καταφέρουμε να υλοποιηθεί η πιο πάνω εισήγηση, που είναι εφικτή, πιστεύω ότι πολλά πράγματα θα αλλάξουν στον τρόπο της μέχρι τώρα λειτουργίας της Ε.Ε. προς όφελος και του θεσμού και των κρατών-μελών της. Η Ε.Ε. με την πρόσφατη παγκόσμια κρίση έχει επικριθεί κι απαξιωθεί ως θεσμός. Για να ορθοποδήσει χρειάζεται μια ριζική αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης της οικονομίας των κρατών-μελών. Θα πρέπει να συνεχίσει να θέτει νόρμες για τη βραχυπρόθεσμη διαχείρισή τους. Όμως, απαραίτητα θα πρέπει να δημιουργήσει κι έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό προγραμματισμού της ανάπτυξης.

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com