42 χρόνια μετά το όνειρο είναι ακόμα φυλακισμένο και δεν μπορώ να πάω στη γειτονιά μου

Το 1974 τα περιστέρια της ειρήνης, όπως τα αποκαλούσε ο ραδιοφωνικός σταθμός Μπαϊράκ, μετά από έναν ανελέητο βομβαρδισμό των στρατιωτικών φυλακίων γύρω από το Δίκωμο και με ταυτόχρονο βομβαρδισμό και μυδραλιοβολισμό αμάχων στο χωριό, τη δεύτερη μέρα του πολέμου και ημέρα Κυριακή φύγαμε όλα τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι με φορτηγό από το χωριό, για κάποιες ώρες της ημέρας για το βουνό, για να αποφύγουμε τους βομβαρδισμούς. Από τότε δεν ξαναγύρισα στο χωριό αφού καθώς πηγαίναμε για το βουνό δεχόμασταν τις επιθέσεις των αεροπλάνων μέχρι που αλλάξαμε πορεία για τη Λευκωσία.

Άνοιγμα οδοφραγμάτων
Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003, 29 χρόνια μετά την προσφυγιά και ξενιτειά, είχα ξαφνικά την ευκαιρία να πραγματοποιήσω ένα όνειρο και μια επιθυμία να πάω στο χωριό μου, στη γειτονιά και στο σπίτι όπου έζησα δεκατέσσερα χρόνια. Θυμάμαι τότε με τι λαχτάρα έβλεπα τα σπίτια του χωριού και τα αναγνώριζα ακριβώς όπως ήταν, χωρίς αλλαγές, εκτός από την πλατεία του χωριού, που την είχαν αλλάξει.

Πέρασα από το μαγαζί της μάνας μου, που ακόμη το λειτουργούσε ο Τούρκος της Τουρκίας, με τα έπιπλα και τους πάγκους να είναι τα ίδια και κατευθύνθηκα προς τη γειτονιά μου με λαχτάρα και αγωνία, αλλά τι να δω, ένα τείχος ακριβώς στα όρια του οικοπέδου μας, με χώριζε κατά ένα εκατοστό από τη δυνατότητα να γίνει το διψασμένο παιδικό όνειρο πραγματικότητα. Ήμουν έτοιμος να πάω στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου, στο συρτάρι εκεί που άφησα το καινούργιο μου ρολόι, δώρο του παππού μου, για να μην το κουβαλώ την Κυριακή το πρωί που φύγαμε για το βουνό για να γλιτώσουμε από τους βομβαρδισμούς των αεροπλάνων.

Έφυγα απογοητευμένος, πληγωμένος με μια ψυχική «σφαίρα» στο στήθος μου.
Τη δεύτερη φορά που ξαναπήγα, πήγα στην είσοδο του στρατοπέδου και ζήτησα να μπω. Ο Τούρκος στρατιώτης δεν μιλούσε Αγγλικά. Στη συνέχεια ήλθε ένας Τούρκος αξιωματικός και μιλήσαμε στα Αγγλικά. Μου είπε ότι και ένας άλλος, περίπου συνομήλικός μου ήρθε αυτές τις μέρες και παρακαλούσε κλαίγοντας στην πύλη, μπροστά στον στρατηγό τους, να τον αφήσουν να μπει, αλλά δεν του το επέτρεψαν.

Το φυλακισμένο όνειρο
Έκτοτε όταν πήγαινα γυρνούσα γύρω-γύρω, μήπως από κανένα άνοιγμα μπορέσω να δω πιο κοντά το μέρος του σπιτιού μου, το όποιο είχαν χαλάσει και στη θέση του υπάρχει ένα υπόστεγο, μάλλον ήταν πλυντήριο για αυτοκίνητα. Έκτοτε επισκέφτηκα το χωριό μου αρκετές φορές και μάλιστα με τα πόδια από τη Λευκωσία, με διαφορετικές διαδρομές, άλλοτε από τον δρόμο όπου είναι το πανεπιστήμιό τους και άλλοτε από παλιά μονοπάτια από τα οποία συνήθιζαν οι Δικωμίτες να πηγαίνουν κάποτε στη Λευκωσία με τα πόδια, με γαϊδούρια ή οχήματα.

Ήθελα να πραγματοποιήσω το παιδικό όνειρο, που έλεγε ότι πάντα επέστρεφα με τα πόδια και πήγαινα στη γειτονιά μου, ήθελα να ζήσω τις στιγμές και τις διαδρομές των προγόνων μου. Κάποια στιγμή, αφού γνώρισα τον Τουρκοκύπριο μουχτάρη από το Δάλι, μου υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά, επειδή γνωριζόταν με τους αξιωματικούς, θα με έβαζε μέσα στο στρατόπεδο να δω το σπίτι μου. Δυστυχώς την επόμενη όταν ξαναπήγα μου αρνήθηκε, λέγοντάς μου ότι θα τον παρεξηγούσαν βλέποντάς τον μαζί μου να πηγαίναμε… Έτσι έφυγα απογοητευμένος και στενοχωρημένος.

Η πρόσφατη επίσκεψή μου
Πρόσφατα, την Πέμπτη, 12 του Μάη, πήγα με ένα φιλικό ζευγάρι από την Κίνα στο χωριό μου, μετά από μερικά χρόνια, για τους το δείξω. Αφού τους ξενάγησα στο χωριό, πήγαμε στο τείχος που χώριζε το σπίτι μου από τον δρόμο. Εκεί, αφού βγάλαμε μερικές φωτογραφίες, φύγαμε προς την ανηφόρα του χωριού μου, τη γνωστή Τζιυλίστρα. Παρατήρησα ότι είχε καταργηθεί μια ενδιάμεση είσοδος του στρατοπέδου. Φτάσαμε στο τέλος της ανηφόρας στην κεντρική είσοδο, όπου κατεβήκαμε και ζήτησα από τους φρουρούς να επισκεφτώ το σπίτι μου, θεωρώντας ότι πλέον είναι πιο ελαστικά τα πράγματα.

Ο Τούρκος στρατιώτης κάλεσε στο τηλέφωνο έναν άλλο, με τον όποιο μιλήσαμε στα Αγγλικά. Του εξήγησα ποιος είμαι και φάνηκε θετικός. Στη συνέχεια ήρθε μαζί με έναν αξιωματικό, στον όποιο μετέφραζε τι του έλεγα. Ο αξιωματικός στην αρχή φαινόταν και αυτός θετικός. Πήρε τηλέφωνο κάπου και μου είπαν ότι δεν μπορούν να μου επιτρέψουν να μπω και ότι έπρεπε να πάρω άδεια από τη διοίκησή τους, που ήταν στην Κερύνεια. Τότε εγώ τούς ζήτησα να με αφήσουν να μπω και, περνώντας τη συρόμενη για τα αυτοκίνητα πόρτα, εισήλθα 2-3 μέτρα εντός του στρατοπέδου.

Θυμός και βία από τον Τούρκο αξιωματικό
Αμέσως ο αξιωματικός άλλαξε ύφος και ζήτησε και ήρθε ένας άλλος, μάλλον αξιωματικός, ο οποίος μιλούσε Αγγλικά και μου ζητούσε επίμονα να βγω έξω από το στρατόπεδό τους. Ταυτόχρονα κάποιοι στρατιώτες πήραν οπλισμένοι θέση μάχης πίσω από τα κοντινά δέντρα που βρίσκονταν μπροστά μας 5-10 μέτρα, με το δάκτυλο στη σκανδάλη στα αυτόματά τους για κάθε ενδεχόμενο και δείχνοντας την ετοιμότητά τους να πυροβολήσουν εάν προχωρούσα περαιτέρω. Εγώ τους έλεγα ότι επιμένω να πάω να δω το μέρος του σπιτιού, έχοντας το αριστερό μου χέρι προς τους στρατιώτες. Τότε ο αξιωματικός με έπιασε απότομα με το αριστερό του χέρι τραβώντας το άσπρο μου πουκάμισο, προσπαθώντας να με σύρει έξω από το στρατόπεδο, ενώ με το δεξί του χέρι κρατούσε το όπλο εντός της θήκης ως προειδοποιητική απειλή, σε περίπτωση που αντιδρούσα, να το χρησιμοποιήσει. Αφού με έβγαλε έξω, εγώ επέμενα και ο αξιωματικός μού είπε ότι καλεί την «αστυνομία» να με συλλάβει.

Ο μεταφραστής μού επιβεβαίωσε ότι πράγματι κάλεσαν την «αστυνομία» και μου είπε όταν έλθει η «αστυνομία» να ζητήσω από αυτούς μήπως και μου επιτρέψουν να μπω στο στρατόπεδο. Στη σκηνή υπήρχαν οι δυο αρχικοί Τούρκοι φρουροί, ο μεταφραστής, ο αρχικός αξιωματικός, ηλικίας περίπου 55-60 χρονών, ο νεαρός αξιωματικός, περίπου 30-35 χρονών, και δυο-τρεις ακόμη στρατιώτες ή αξιωματικοί τους. Μάλιστα ο ένας με πλησίασε όταν ήμουν έξω και, αφού άκουσε ότι ήθελα να πάω γιατί εκεί έζησα τα πρώτα 14 χρόνια της ζωής μου, είπε προκλητικά ότι δεν μπορώ να πάω και ότι δεν έχει σημασία εάν ήταν το σπίτι μου, εκεί τώρα είναι στρατόπεδο.

Η άφιξη της «αστυνομίας» του ψευδοκράτους
Μετά από 10-15 λεπτά ήρθε η «αστυνομία». Αμέσως πήγαν ο Τούρκος αξιωματικός μαζί με τον μεταφραστή και μίλησαν μαζί τους. Όταν πήγα κοντά τους, ο αστυνομικός χωρίς να με ρωτήσει κάτι, μου ζήτησε να τους ακολουθήσουμε στον αστυνομικό σταθμό στο Μπογάζι. Ήταν δυο οι αστυνομικοί και τους εξήγησα στα Αγγλικά ποιος είμαι και τι ήθελα να κάνω και ότι δεν έκανα κάτι παράνομο και ότι οι υπόλοιποι, η σύζυγός μου μαζί με τους τουρίστες Κινέζους, δεν είχαν καμιά συμμετοχή. Ο Αχμέτ, όπως έγραφε το μεταλλικό σήμα στο πουκάμισο του ενός, μου είπε ότι δεν μπορώ να μπω και ότι θα με πάρουν για δικαστήριο και να τους ακολουθήσω, μαζί και η γυναίκα μου και το φιλικό ζευγάρι από την Κίνα.

Τότε του ζήτησα και πάλι να μου πει τι παράνομο έκανα και να αφήσει τους υπόλοιπους. Του συνέστησα ότι δεν χρειάζεται αυτήν την περίοδο ειδικά των συνομιλιών να δημιουργούμε προβλήματα μεταξύ μας. Μας ζήτησαν τις ταυτότητές μας, αλλά τους έδωσα μόνο τη δική μου. Κατέγραψαν τα στοιχεία μου σε ένα τετράδιο συμβάντων. Τους επανέλαβα ότι δεν υπάρχει λόγος να δημιουργούν μεταξύ μας πρόβλημα και μάλιστα στους ξένους. Τα μάτια του αστυνομικού έδειχναν απώλεια ψυχραιμίας με θυμό και μίσος και ο προσεκτικός χειρισμός μου, κοιτώντας τον πάντα στα μάτια, τον έκανε να φερθεί με ηρεμία και να λήξει η ιστορία. Στο τέλος, αφού ηρέμησε η κατάσταση, του είπα ότι την άλλη φορά που θα έλθω, εάν δεν με αφήσουν να μπω, θα πρέπει να με συλλάβει γιατί δεν πρόκειται να πάω στη διοίκησή τους να ζητήσω άδεια να πάω στη γειτονιά μου.

Όπως έφυγα 14 χρονών μόνος μου, μόνος μου θέλω να ξαναγυρίσω… Τέλος καλό, όλα καλά, όμως ο προβληματισμός έγινε ακόμη πιο έντονος, αφού μετά από 42 χρόνια ακόμη δεν μπόρεσα να πάω στα χώματα όπου μεγάλωσα για 14 χρόνια και δεν ξέρω αν θα προλάβω σε αυτήν τη ζωή ή θα γυρνώ σαν φάντασμα στο στρατόπεδο μέχρι την πλήρη απελευθέρωση της Κύπρου.

ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Ανεξάρτητος υποψήφιος βουλευτής στην Επαρχία Κερύνειας