Προσφυγικό και σουλτανοποίηση Ερντογάν
Η τρέχουσα προσφυγική κρίση ανέδειξε γι' ακόμη μία φορά τον χαρακτήρα των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας, οπότε η ΕΕ έκρινε ότι συνεργασία της κυβέρνησης της Άγκυρας στον περιορισμό της μαζικής εισροής προσφύγων της Μέσης Ανατολής (ιδιαίτερα των Σύριων) προς την Ευρώπη, είναι απαραίτητη. Η ανάγκη να πεισθεί η Τουρκία για να συνεργασθεί έδρασε καταλυτικά προς τη μετακίνηση της αρνητικής από το 2005 στάσης της Καγκελαρίου της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ για ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ προς τη θετικότερη κατεύθυνση, την προώθηση των ενταξιακών συνομιλιών, χωρίς όμως να έχουν προκαθορισμένο αποτέλεσμα (Πυρίνη 2016).
Το γεγονός αυτό φαίνεται ευκρινώς στην απόφαση για παραχώρηση ύψους 3 δισεκατομμυρίων ευρώ ως βοήθεια στην Τουρκία, προκειμένου να υποδεχθεί και να φιλοξενήσει Σύρους πρόσφυγες) και στην αποδοχή του αιτήματος για χαλάρωση των περιορισμών της βίζας για Τούρκους πολίτες που ταξιδεύουν στην Ε.Ε., καθώς και από την αναθέρμανση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας.
Ωστόσο, η αλλαγή στάσης της ΕΕ φαίνεται να εκλαμβάνεται ως αδυναμία από την Τουρκία, η οποία δεν αποποιείται την «ισλαμοποίηση» της διπλωματίας της και τη «σουλτανοποίηση» του πολιτεύματός της. Η καταπίεση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών της εντείνεται από τις πολιτικές του ισλαμιστή Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος αυταρχικά φιμώνει όσους αντιδρούν στα σχέδιά του (Ιορδανίδης 2015).
Η πολιτική της κυβέρνηση της Άγκυρας προς το Ισλαμικό Κράτος σε Ιράκ και Συρία (ISIS) ενισχύει το δίλημμα, εάν η τουρκική κουλτούρα προσεγγίζει την ευρωπαϊκή ή όχι. Οι σχετικές αποδείξεις που καταγράφονται στον διεθνή Τύπο, ότι η Τουρκία κάνει λαθρεμπόριο με το ISIS, στηρίζει τους σουνίτες ισλαμιστές εξτρεμιστές μαχητές αλλά και ευνοείται γεωπολιτικά από τις δράσεις του ISIS στις συριακές κουρδικές περιοχές, τροφοδοτούν τις αμφιβολίες των Ευρωπαίων, σχετικά με το πολιτισμικό υπόβαθρο της Τουρκίας, που τείνει να είναι ισλαμικό.
Επιπρόσθετα, οι τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας αυξάνουν την απόσταση μεταξύ ΕΕ-Τουρκίας. Σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές (Καλτιριμτζής, 2016), φαίνεται ότι με την απομάκρυνση του πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος εξέφραζε τη φιλοευρωπαϊκή τάση εντός του τουρκικού κυβερνώντος κόμματος και η διαφαινόμενη αντικατάστασή του από προσκείμενο στη γραμμή του Προέδρου Ερντογάν, η Τουρκία να οδηγείται στον αυταρχισμό.
Ωστόσο, η απομάκρυνση αυτή φαίνεται να αποδίδεται σε ενδοκομματική διαμάχη, λανθασμένα κατά την άποψή μας, αφού η μέχρι τώρα πολιτική της Τουρκίας δεν διαφοροποιείται επί της ουσίας πέραν από τη σκλήρυνση της τακτικής διεκδίκησης των συμφερόντων της συγκριτικά με τη φαινομενικά διαλλακτική τακτική του Νταβούτογλου, ο οποίος είναι και ο μέντορας της πολιτικής του Στρατηγικού Βάθους της Τουρκίας.
Αναμφισβήτητα, η «σουλτανοποίηση» του Ερντογάν δυσχεραίνει τα πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση του Ερντογάν να μεταρρυθμίσει τους νόμους για την τρομοκρατία και τη διαφθορά, σε αντάλλαγμα την ελευθεροποίηση των θεωρήσεων στους Τούρκους πολίτες, δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας θα υλοποιηθεί από την Τουρκία μετά τα νέα δεδομένα. Η μη υλοποίησή της όμως δεν θα επηρεάσει μόνο την ΕΕ ως σύνολο, αλλά κυρίως την Ελλάδα. Επίσης, παραμένει άγνωστο εάν στο μυαλό του Τούρκου Προέδρου είναι η ρήξη με την Ευρώπη ή η τακτική του «the winner takes it all». Είναι όμως κάτι που πιθανότατα δεν θα αργήσει να φανεί.
Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η ΕΕ επιχειρεί να προσεγγίσει μια χώρα που κινείται προς αντίθετες κατευθύνσεις από αυτήν και εν ολίγοις επιθυμεί να ισλαμοποιήσει την ΕΕ, παρά να εξευρωπαϊστεί η ίδια, μετατρέποντας την ενταξιακή της πορεία σε ανατολίτικο παζάρι (DebatingEurope (nd). Επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τη μεταναστευτική κρίση για να πάρει ανταλλάγματα και ταυτόχρονα να ενισχύσει τον γεωστρατηγικό της ρόλο στην περιοχή, χωρίς η ίδια να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της προς την ΕΕ.
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΡΥΟΣ




