Ακούμε κάθε μέρα την Κυβέρνηση να επαναλαμβάνει με διάφορους τρόπους το «success story» που πέτυχε. Είναι γεγονός ότι η κυπριακή οικονομία μετά τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου 2013 σταθεροποιήθηκε, αφού πήρε 7,2 δις ευρώ σε δάνεια από την Τρόικα για να ανακεφαλαιοποιήσει τον Συνεργατισμό και να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμα δάνειά της. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης περίπου 9 δις ευρώ από το κούρεμα των ανασφάλιστων καταθετών για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα και προκλήσεις που συνεχίζει να αντιμετωπίζει σήμερα η οικονομία είναι η ανεργία, που και μετά τη φυγή μεγάλου αριθμού Κυπρίων και ξένων πολιτών, εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Το μεγαλύτερο βάρος είναι πώς μπορούμε να μειώσουμε την ανεργία σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα και ενώ ξέρουμε την απάντηση, που είναι «η ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας», κανείς δεν δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση, το πώς, αλλά ότι «θα έρθει σιγά-σιγά», γενικά και αόριστα.

Το πρόβλημα αυτό μάς το τονίζει και η Ευρωπαϊκή Ένωση στην πρόσφατη απόφασή της για το πόσο καλό παιδί ήταν η Κύπρος στις προσταγές της και την ούτω καλούμενη επιτυχία της. Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για τους κυβερνώντες και η ανάγκη να εμπλακούν όλα τα κόμματα για να βρούμε πρακτικούς τρόπους επανεκκίνησης της οικονομίας, και να βάλουμε την οικονομία στις ράγες της ανάπτυξης.

Σε επόμενο άρθρο μου θα ασχοληθώ με πρακτικά μέτρα που μπορούν να βοηθήσουν άμεσα προς αυτή την κατεύθυνση. Ενδεικτικά, να αναφέρω μείωση του Φ.Π.Α. στα τρόφιμα και φάρμακα, μείωση φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας και κατάργηση του ενός εκ των δύο παρόμοιων φόρων, απλοποίηση φορολογικών δηλώσεων φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφαρμογή του πόθεν έσχες (κατάσταση κεφαλαίου κάθε 4 αντί 6 χρόνια), φορολογία διαφυγόντων κεφαλαίων στο εξωτερικό τα τελευταία 15 χρόνια, άμεση εφαρμογή του ΓεΣΥ κ.λπ.

Συνυφασμένο με το πρόβλημα της ανάπτυξης που δεν έρχεται είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και η καθυστέρηση στην αναδιάρθρωσή τους. Για να πεισθούν οι ξένοι να επενδύσουν στην Κύπρο χρειάζεται τόλμη και διορατικότητα από τις τράπεζες, για να κάνουν βιώσιμες αναδιαρθρώσεις δανείων προ όφελος όλων, τραπεζών και δανειοληπτών. Μόνο με τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος οι επενδυτές θα πεισθούν να επενδύσουν στην Κύπρο. Και αυτό θα συμβεί όταν αρχίσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να μειώνονται, με γοργούς ρυθμούς από τα 27 δις ευρώ που βρίσκονται σήμερα, σε σύνολο 60 δις ευρώ περίπου.

Ας χάσουν, ή καλύτερα ας αφαιρέσουν ή παγώσουν, οι Τράπεζες ένα σημαντικό ποσό από κάθε δάνειο, και να το τοποθετήσουν (παρκάρουν) σε έναν ξεχωριστό λογαριασμό. Το ποσό αυτό μπορεί να είναι το ποσό που θα χάσουν οι τράπεζες αν πωλήσουν τα δάνεια στα λεγόμενα επενδυτικά ταμεία (Investment funds), τα οποία θα αγοράσουν τα δάνεια στο 20% στη χειρότερη περίπτωση και στο 60% στην καλύτερη περίπτωση των σημερινών αξιών, των ενυπόθηκων ακινήτων. Με αυτό τον τρόπο δεν θα φύγουν κεφάλαια στο εξωτερικό υπό τη μορφή κερδών των Ταμείων. Ούτε και θα ανησυχούμε για το πού θα καταλήξουν τέτοια πακέτα ακινήτων, λαμβάνοντας υπ' όψιν το εθνικό μας πρόβλημα.

Το υπόλοιπο ποσό να συμφωνηθεί με τον δανειολήπτη, η αποπληρωμή του σε ορισμένα χρόνια και με ορισμένο επιτόκιο, έτσι που θα μπορεί να εξυπηρετηθεί το παραμείναν δάνειο. Με αυτό τον τρόπο θα είναι κερδισμένες και οι δύο πλευρές, η τράπεζα θα εισπράξει το μεγαλύτερο μέρος του δανείου και ο δανειολήπτης να εξυπηρετήσει το δάνειό του και να μην χάσει το σπίτι, γραφείο ή κατάστημά του.

Νοείται ότι σε περίπτωση που μια αναδιάρθρωση τελικά δεν πετύχει, αφού έχουν δοθεί όλες οι απαραίτητες διευκολύνσεις, βοήθεια και ευκαιρίες, η τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει και το παρκαρισμένο ποσό, δηλαδή το προσωρινά παγωμένο ποσό.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
Υποψήφιος Βουλευτής Λευκωσίας με την ΕΔΕΚ