Η υποβολή των υποψηφιοτήτων για τη νέα σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων αποτελεί μια ιδιαίτερη στιγμή της δημοκρατικής αρχής, που επιτρέπει στο κάθε άτομο, από μόνο του ή συλλογικά με άλλους, να διεκδικεί ως ανθρώπινο δικαίωμα ή ελευθερία, τη λαϊκή εντολή η οποία και θα δώσει τους 56 επικρατέστερους Αντιπροσώπους του λαού, που θα συνθέσουν τη Νομοθετική Εξουσία.
Στο Προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης, η πολυφωνική Βουλή επιτρέπει την προβολή όλων των τάσεων της κοινωνίας. Ο μεγάλος αριθμός των υποψηφίων ανατρέπει την αντίληψη της κοινής γνώμης ότι απαξιώθηκε ο θεσμός της Βουλής και/ή η προσφορά της. Ας αποδειχθεί τούτη τη φορά ότι, τα τόσα προβλήματα που παρακίνησαν τους πολίτες που απέχουν, να ασκήσουν το δικαίωμα της διά ψήφου επιλογής των Αντιπροσώπων τους, θα παραμεριστούν, ώστε η φωνή όλου του εκλογικού σώματος να καταστεί η κυρίαρχη δύναμη στη διαμόρφωση των διαφόρων κομματικών τάσεων.
Η πρόταση για δυνατότητα του κυρίαρχου λαού να ανακαλεί υπό προϋποθέσεις την εντολή προς κάποιον ή κάποιους Βουλευτές θα αποβεί, εάν υιοθετηθεί, αφορμή για μεγαλύτερη συνέπεια και αφοσίωση στα καθήκοντά τους. Ιδιαίτερα αφού όλοι οι υποψήφιοι κομματικοί, ανεξάρτητοι ή αριστίνδην επιλεγέντες, διακηρύσσουν ότι η συμμετοχή τους δεν αποβλέπει στην αύξηση του ποσοστού που το κάθε μεγάλο ή μικρό κόμμα στοχεύει.
Θέση βέβαια που στη διάρκεια της πενταετούς θητείας τους δεν επιβεβαιώνεται πάντα. Το βέβαιο είναι ότι όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν πλήρη γνώση των δυνατοτήτων τους και να έκριναν οι ίδιοι και το κόμμα τους, αντικειμενικά, ότι μπορούν και είναι σε θέση να προσφέρουν δημιουργικά από το βάθρο αυτό, της ενεργού συμμετοχής, στη δημόσια ζωή και πράξη.
Όλοι, οι διατελέσαντες ήδη Βουλευτές και οι πρωτοεμφανιζόμενοι διεκδικητές, πρέπει να πιστεύουν ότι θα συντελέσουν σε μια θητεία που θα συμβάλει πληρέστερα στην επιτυχή εκπλήρωση του ρόλου και των καθηκόντων της Βουλής, προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Πλην όμως, η κομματική διάσταση και συμμετοχή εμπεριέχει τον κίνδυνο της περιχαράκωσης και πάλιν στην από χρόνια κομματική αντιπαλότητα και λαϊκισμό, αδιαφορώντας για το ότι η χώρα μας δεν είναι μια πραγματικά ελεύθερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς κατακτητές, εποίκους και με το βάρος των 42 χρόνων προσφυγιάς, αγνοουμένων και εγκλωβισμένων.
Είναι ανάγκη να καταφέρει αυτή τουλάχιστον η νέα Βουλή να ανατρέψει τη χωρίς ουσία αντιπαλότητα και όλοι οι Βουλευτές να αισθανθούν το βαρύ καθήκον που η ψήφος τους προσδίδει. Μαζί με τη διαβεβαίωση που θα δώσουν κατά το Σύνταγμα στην πρώτη συνεδρίαση, ας αντιληφθούν κύρια την τεράστια σημασία της ανάγκης διαφύλαξης και διάσωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ενίσχυση του αντικατοχικού αγώνα.
Το βέβαιο είναι ότι όπως κάθε εκλογική αναμέτρηση, μετά το διπλό κατά της Κύπρου και του λαού της έγκλημα του 1974, έτσι και η επόμενη θητεία της Βουλής θα έχει ένα εξαιρετικά σοβαρό έργο να επιτελέσει για το μέλλον και την επιβίωση του Κράτους μας. Ας αναλογιστούν όλοι οι Βουλευτές και οι αρχηγοί τους την ευθύνη της πολυφωνικής εκπροσώπησης του κυρίαρχου λαού, στη μια των τριών εξουσιών, και ας καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αναδειχθεί η νέα Βουλή ως η πλέον σημαντική στον αγώνα αυτό.
Ας έχουν δε πάντα υπ' όψιν ότι η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος δεν είναι καθήκον που ορίστηκε υπέρ ενός θεσμικού οργάνου και μόνο (του Προέδρου της Δημοκρατίας). Το Σύνταγμα δεν προέβλεψε τέτοια αρμοδιότητα, εξ ου και το Ανώτατο Δικαστήριο, σε μιαν από τις υποθέσεις διαφοράς μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής, υπέδειξε από το 1985 ότι τέτοια αρμοδιότητα για ενασχόληση, για δίκαιη και κατά το δίκαιο επίλυση του κυπριακού προβλήματος, έχουν και τα δύο όργανα ή εξουσίες που προκύπτουν απ’ ευθείας από την ψήφο της λαϊκής κυριαρχίας.
Άρα ας αποφασίσει η νέα Βουλή να αναλάβει το καθήκον αυτό για πρώτη φορά, με οργάνωση ομάδας σκέψης και συνεχούς παρακολούθησης, που να συμβάλει με το να εκπροσωπηθεί όλο το φάσμα της πολυφωνίας που η ίδια η Βουλή εκπροσωπεί, σε έναν αγώνα που θα εμπνεύσει αφ’ ενός και πάλιν τον λαό και αφ’ ετέρου θα στείλει μήνυμα ενότητας προς κάθε κατεύθυνση. Αν το πετύχει, θα καταστεί ένα είδος διαρκούς Εθνικού Συμβουλίου, που θα λειτουργεί σύμφωνα με απόφαση της Βουλής, ως ένα θεσμικό όργανο που η ίδια, κατά το Σύνταγμα, ρυθμίζει τα του οίκου της.
Έτσι, ας επιτύχει την υπέρβαση η νέα Βουλή και ας καθιερώσει την προώθηση όσων μας ενώνουν, κατά της κατοχής και του εποικισμού, με στόχο τη δίκαιη διεκδίκηση και την ισόνομη επικράτηση του δικαίου σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας. Έργο δύσκολο, που θα αναδείξει όμως, εάν επιτευχθεί, τις αρχές της νομιμότητας και χρηστής διοίκησης, και θα καταδείξει ότι έτσι θα κτυπηθεί η διαφθορά, η απαξίωση και η αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα. Άλλωστε η ανάληψη εξουσίας στον δημόσιο (αλλά γενικότερα και στον ιδιωτικό τομέα, βλέπε τραπεζίτες), είναι ευθύνη και καθήκον για προσφορά και όχι ως απλή μορφή επιδίωξης για κοινωνική ανάδειξη.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ




