Οι τελευταίες αποφάσεις της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, για γελοιογραφίες του ΠΙΝ στον Φιλελεύθερο και για τη μετάδοση συνέντευξης του Ν. Σφακιανάκη από το ΡΙΚ αφορούν δυο διαφορετικά θέματα, αλλά πάσχουν από κοινό πρόβλημα: Η Επιτροπή καταλήγει στις αποφάσεις της μέσα από κρίσεις ή θεωρήσεις που δεν συνάδουν με τη λογική και τους σκοπούς που εξυπηρετεί μια οιωνεί δικαστική απόφαση.
Στην περίπτωση των γελοιογραφιών του ΠΙΝ, η ερμηνεία πως αυτές υποβάλλουν ότι τα επεισόδια έγιναν από χούλιγκαν των γηπέδων και όχι σε σύνδεση με θέσεις για τη λύση του Κυπριακού, είναι απλώς αυθαίρετα μονοδιάστατη. Αυτό επηρεάζει αποφασιστικά και την τελική κρίση της Επιτροπής. Φυσικά, αντιδράσεις της μορφής «φίμωση», «μέθοδοι Ερντογάν» κλπ που γράφτηκαν δεν είναι απλώς υπερβολικές, αλλά αβάσιμες. Έχουμε κρίση για ένα δημοσίευμα, χωρίς επιβολή περιορισμών. Αυτό το έργο ανατέθηκε από τους επαγγελματίες των Μέσων στην Επιτροπή.
Παρόμοια κρίση, όχι μόνο αυθαίρετη αλλά και πέρα από λογική, καθοδηγεί και την απόφαση για τη συνέντευξη Σφακιανάκη: Ενώ απουσιάζει η επακριβής τεκμηρίωση για την ερμηνεία νόμων και κανονισμών, η Επιτροπή αναφέρει και «το παράδειγμα της Χιτλερικής προπαγάνδας περί Αρίας φυλής [που] μετέτρεψε τη γερμανική κοινωνία σε μια μηχανή θανάτου εκατομμυρίων». Δηλαδή, οι κίνδυνοι από ρατσιστικές θέσεις και σχόλια σε μια συνέντευξη ενός τραγουδιστή παραλληλίζονται ή εξισώνονται με τα αποτελέσματα που είχε μια κρατική /δικτατορική μηχανή προπαγάνδας, που ασκήθηκε μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες ρεβανσισμού για χρόνια ολόκληρα!
Και ενώ οι επαγγελματίες των ΜΜΕ καθόρισαν ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας «έχει υποχρέωση να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας 'Έκφρασης και ειδικότερα την ελευθερία των έντυπων και εκπεμπόντων ΜΜΕ», στην απόφαση καταδικάζεται το ΡΙΚ γιατί δεν εφάρμοσε λογοκρισία, γιατί δεν απαγόρευσε τη μετάδοση της συνέντευξης. Η διολίσθηση κρίσεων συνεχίζεται, δεν υποβάλλεται μόνο η ιδέα ότι θα έπρεπε να κοπεί η συγκεκριμένη συνέντευξη, αλλά η Επιτροπή καλεί το ΡΙΚ να ασκεί λογοκρισία για να προστατεύει τον καημένο τηλεθεατή.
Αυτό είναι μια θλιβερή θέση. Γίνεται ακόμα πιο σοβαρό το θέμα, γιατί, αν το ΡΙΚ εφαρμόσει τις ίδιες προσεγγίσεις με την Επιτροπή στην ερμηνεία νόμων και κανονισμών, πολύ φοβούμαι ότι σημαντικό μέρος εκπομπών πρέπει να κόβονται καθημερινά. Προκρίνεται εδώ η λογοκρισία, ένας σκοτεινός λαβύρινθος χωρίς άκρη, αντί για την προστασία της ελευθερίας έκφρασης, που είναι πρωταρχικός σκοπός για την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και το κράτος δικαίου.
Σημαντικό στοιχείο για να κρίνουμε την προκειμένη υπόθεση είναι η αναδρομή σε ανάλογες αποφάσεις, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η υπόθεση JERSILD v. DENMARK αφορά ακριβώς στο ίδιο θέμα, τη μετάδοση σε εκπομπή/έρευνα ακραίων ρατσιστικών θέσεων και σχολίων από εξτρεμιστικά στοιχεία.
Χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει οποιοδήποτε έστω ελαφρυντικό για τα λεχθέντα από τον Σφακιανάκη, παρατηρούμε ότι το περιεχόμενο όσων μεταδόθηκαν στην υπόθεση Jersild ήταν τρισχειρότερο και μάλιστα από μια οργανωμένη ομάδα κακοποιών ρατσιστών. Η απόφαση ορίζει το πλαίσιο των υποχρεώσεων του Μέσου και του δημοσιογράφου. Για τα μέλη της Επιτροπής και όποιον ενδιαφέρεται να ενημερωθεί σχετικά, όλο το ιστορικό και το σκεπτικό της απόφασης είναι στη διεύθυνση http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-57891.
Οφείλει η Επιτροπή να διαφυλάξει το κύρος έστω και των ασθενών ως προς το εκτελεστό αποφάσεών της.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Πολιτικός αναλυτής, Ειδικός Συμβουλίου της Ευρώπης στα ΜΜΕ και τις Εκλογές




