Οι πρώτες λέξεις που διάβασα συλλαβιστά ως παιδί ήτανε «ελευθερία ή θάνατος», γραμμένες με σπρέι σε έναν παλιό τοίχο απέναντι από το πατρικό μου. Παρακολουθούσα τις λέξεις να σβήνονται τη μέρα και να ξαναεμφανίζονται το πρωί. Πάντα έβλεπα αυτούς που τις έσβηναν, ποτέ δεν κατάφερα να δω ποιος τις ξανάγραφε, μέχρι που ένα βράδυ το σπρέι που τις έγραψε ήτανε στη δική μου παιδική χούφτα.

Απελευθερωτικός αγώνας, δημοκρατία, ταραχές, φανατισμός, πραξικόπημα, μίσος, εισβολή, βίαιες μετακινήσεις, δημιουργούσαν καινούργια συνθήματα, μέχρι που μια μέρα μια μεγάλη διαφημιστική ταμπέλα κάλυψε τον παλιό τοίχο.

Τα χρόνια περνούσαν, η μια γενιά διαδεχόταν την άλλη, οι πολιτικοί έγιναν ρεαλιστές, τη θέση του παλιού τοίχου πήρε μια τράπεζα και τρεις όροφοι γραφεία.

Τα παιδικά χέρια δεν κρατούσαν πια σπρέι, αλλά χάπια ecstasy. Τα φέρετρα, που τα σκέπαζαν ελληνικές σημαίες, υπό πομπώδεις πατριωτικούς λόγους, τα αντικατέστησαν κάτι μικρά κουτιά με μερικά οστά.

Χάσαμε την αλήθεια μας σε ένα περιβάλλον συμβόλων και συνθημάτων που εξασθένιζαν τη μνήμη μας. Η ελευθερία συμβιβάστηκε με τη συμβίωση. Η πατρίδα αλλοιωμένη, οικονομικά κατεστραμμένη και πνευματικά εξαντλημένη αναμένει σε καταστολή στο τραπέζι της μοιρασιάς.

Η ευρωπαϊκή οικογένειά μας να χειροκροτεί, βάζοντας νερό στο κρασί της σε θεμελιώδη θέματα αρχής όσο αφορά την Τουρκία, δημιουργώντας ερωτηματικά για τη σύνθεση και το μέλλον της.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, όσο διαρκεί μια ανάσα, η σκλαβιά μετατράπηκε σε ισότιμο συνεταιρισμό, πολιτισμένοι Ευρωπαίοι εμείς, χρήστες οι κατακτητές.

Χαθήκαμε όπως ο παλιός τοίχος και μεταλλαχθήκαμε σε όντα χωρίς μνήμες, όπως μας θέλει η νέα τάξη πραγμάτων.

Χωρίς πυξίδα μπερδευτήκαμε και όταν οι «σειρήνες» άρχισαν να μας καλούν, αμελήσαμε να βουλώσουμε τα αφτιά μας. Στο μπερδεμένο μας μυαλό η διαφθορά φαινόταν φυσιολογική και λογική.

Ανήμποροι να μάθουμε από τις ξεθωριασμένες μας μνήμες, καταντήσαμε μια αρρωστημένη κοινωνία, που το μόνο που απέμεινε να καθορίζει την καλή της διαγωγή ήταν να μην ερεθίζει τον άγριο γείτονα, που κανείς δεν μπορεί να τον βάλει σε τάξη όταν ενοχλεί, βιάζει, δολοφονεί, βρίζει, απειλεί και τρομοκρατεί ή ανοίγει διάπλατα τις αγκάλες του δήθεν να μας υποδεχτεί. Αν και γνωρίζουμε ότι ποτέ δεν θα τον εμπιστευτούμε, υπάρχουν φορές που μας φαίνεται συμπαθής, γιατί η μνήμη μας είναι κοντή.

Τη γενιά των εξαπατημένων ιδεολόγων αγωνιστών διαδέχτηκε η γενιά των διεφθαρμένων απατεώνων που βρίσκεται στην τελευταία πράξη του έργου. Η νεοεκκολαπτόμενη γενιά πολιτικών, πρόθυμη να αφαιρέσει την αλήθεια (για να μπορέσει να επιβιώσει), έστω και αν γνωρίζει ότι χωρίς αυτήν το μέλλον θα είναι καταστροφικό.

Η κοινωνία των πολιτών εξαντλημένη, απογοητευμένη και περισσότερο μπερδεμένη από κάθε άλλη φορά, παρακολουθεί τους υποψήφιους μελλοντικούς σωτήρες της, ψάχνοντας ίχνος ουσίας, που θα την οδηγήσει στις κάλπες έστω με την ψευδαίσθηση κάποιας αμυδρής ελπίδας.