Θα ήθελα να τονίσω με έμφαση ότι οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν κάποια ποσοστά, αλλά η πολυπλοκότητα του εργαλείου αυτού επιβάλει την εις βάθος μελέτη και την προσεκτική ανάγνωση πριν από την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η αύξηση του εκλογικού σώματος σε συνάρτηση με τη μείωση της αποχής/λευκών, όπως καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, είναι σημαντικά στοιχεία και θα πρέπει να προσμετρώνται. Σε αυτό το σημείο ανοίγω μια παρένθεση, για να επισημάνω ότι η αποχή συνήθως είναι μεγαλύτερη από αυτήν που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, αφού ένα μεγάλο μέρος όσων συνειδητά απέχουν από τις εκλογές, συνειδητά δεν λαμβάνουν μέρος ούτε σε δημοσκοπήσεις. Δηλαδή κάποιος που συνειδητά επιλέγει να μη λαμβάνει μέρος στις δημοσκοπήσεις, ενδέχεται να απέχει, κάτι όμως που δεν δίδεται ως εύρημα στις δημοσκοπήσεις.
Συνεπώς, η αποχή θα είναι σαφέστατα πολύ πιο πάνω από το ποσοστό που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, η τάση όμως φαίνεται να είναι μειωτική. Εάν τώρα αυτό ισχύει, πολύ απλά σημαίνει ότι υπάρχουν μετακινήσεις ψηφοφόρων από το λευκό ή από όσους σκόπευαν να απέχουν, προς κάποια κόμματα. Από τη στιγμή όμως που λόγω της μείωσης της αποχής/λευκών η προσέλευση αυξάνεται, εάν κάποιος κάνει την αναγωγή στα έγκυρα, τότε φαίνεται ότι τα κόμματα δεν ευνοούνται ουσιαστικά στην πρόθεση ψήφου.
Συνεπώς, η πρόθεση ψήφου θα πρέπει να εκφράζεται πάντοτε σε συνάρτηση με την υπολογιζόμενη αποχή, αφού και λόγω του εκλογικού μας συστήματος τα ποσοστά των κομμάτων υπολογίζονται στις έγκυρες ψήφους. Παραθέτω ένα απλό παράδειγμα προς επεξήγηση. Ένα κόμμα που θα πάρει 100.000 ψήφους, με την αποχή/λευκά στο 19% και έγκυρα 442.000, καταγράφει ποσοστό περίπου 23%.
Το ίδιο κόμμα, με 110.000 ψήφους, καταγράφει επίσης 23% με την αποχή/λευκά να είναι χαμηλότερη, 11% και 485.000 έγκυρα. Πολύ απλά, το ίδιο κόμμα με 10.000 περισσότερες ψήφους καταλήγει στο ίδιο ποσοστό. Τέτοια είναι η δύναμη της αποχής. Τα πιο πάνω που έχω αναφέρει υπήρξαν και ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε αντιληπτό στις Προεδρικές του 2013 ότι ο Νίκος Αναστασιάδης δεν εκλεγόταν από τον 1ο γύρο.
Τα λάθη των σταθμίσεων
Αυτήν τη στιγμή είναι λάθος να προβαίνει κανείς σε στάθμιση του δείγματος, δηλαδή σε διόρθωση του δείγματος βάσει της προηγούμενης ψήφου. Από τις Βουλευτικές του 2011 έχουν μεσολαβήσει σημαντικά γεγονότα, συνεπώς η συμπεριφορά του εκλογικού σώματος έχει αλλάξει. Εδώ ακριβώς έγκειται και η απόκρυψη ψήφου. Υπάρχουν κόμματα τα οποία παρουσιάζονται υποβαθμισμένα στις έρευνες, λόγω ακριβώς αυτής της απόκρυψης. Υπάρχει δηλαδή μια μερίδα εκλογέων που δεν εκφράζουν την ψήφο τους, για διάφορους λόγους.
Συνεπώς, όσοι επιμένουν να σταθμίζουν, πολύ απλά προσθέτουν στη δύναμη των κομμάτων αυτών στο δείγμα, θεωρώντας ότι αυτοί που προσθέτουν θα συμπεριφερθούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που συμπεριφέρονται όσοι είναι ήδη στο δείγμα. Άρα ενδέχεται να δίνουν στα διάφορα κόμματα ψηλότερα ποσοστά, ενώ στην ουσία ίσως να μην υπάρχουν. Αυτήν τη στιγμή, είναι πιο φρόνιμο να καταγράφει κανείς ό,τι βγάλει η κάλπη, θεωρώντας ότι αυτή είναι η πραγματική εικόνα στην κοινωνία.
ΔΡ ΝΑΣΙΟΣ ΟΡΕΙΝΟΣ
Εκλογικός Αναλυτής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου




