Άνοιξη του 1943, μαύρη κατοχή, μα εκείνη η πανύψηλη λιγνή φιγούρα μ’ εκείνο το γεμάτο μελαγχολία, στοχαστικό βλέμμα, μ’ εκείνο το γλυκό πρόσωπο δίνει μιαν ανείπωτη δροσιά, τρυφεράδα, ελπίδα με την ποιητική σύνθεση «Αμοργός». Βουνίσιος, γεννημένος στο χωριό Ασέα της ορεινής Αρκαδίας, στις 30 Απριλίου 1915, ο Νίκος δεν το είδε ποτέ το νησί αυτό, δεν μπήκε ποτέ σε καράβι, αφού από πέντε χρονών κουβαλούσε την πληγή του γονιού του που πηγαίνοντας μετανάστης στην Αμερική πέθανε στο ταξίδι και τον πέταξαν στον Ατλαντικό.

Την «Αμοργό», το μοναδικό έργο του Γκάτσου που εκδόθηκε, ο Μάνος Χατζιδάκις τη χαρακτήρισε «μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» και μελοποιημένη την παρέδωσε, άστρο στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Εντυπωσιακό σε ποιότητα και ποσότητα το έργο καταργεί τα όρια ποίησης και στιχουργίας, ανοίγεται με τον πιο απλό, βαθιά ανθρώπινο, τρόπο και φτάνει σ’ όλο τον Ελληνισμό από τη μια άκρη της γης ώς την άλλη με τα χείλη μεγάλων ερμηνευτών. Συνθέτες σκύβουν με θαυμασμό στο έργο του: Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Δήμος Μούτσης, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Γιώργος Χατζηνάσιος.

Τίτλοι χιλιοτραγουδημένοι: «Αθανασία», «Της γης το χρυσάφι», «Αρχιπέλαγος», «Πήρες τον μεγάλο δρόμο», «Πορνογραφία», «Λαϊκή Αγορά», «Η Μικρή Ραλλού», «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», «Η νύχτα», «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά», «Χάρτινο το Φεγγαράκι», «Πάει ο καιρός», «Περιμπαλού», «Μυθολογία», «Ένα μεσημέρι, «Επιστροφή», «Σπίτι μου σπιτάκι μου», «Τα παράλογα», «Ρεμπέτικο», «Ενδεκάτη εντολή», «Κυκλαδίτικο», «Μια Κεφαλονίτισσα», «Ο Γιάννης ο φονιάς». Ν’ αναρωτιέσαι, κι αυτό δικό του, μα κι αυτό δικό του, κι αυτό, κι αυτό; «Το δίχτυ» από μόνο του είναι αληθινή στιχουργική κατάθεση ψυχής.

Στην Αθήνα ο Γκάτσος σπουδάζει νομικά, αλλά το πάθος του είναι το γράψιμο. Δημοσιεύει ποιήματα, κριτικά σημειώματα και παλεύει μόνος του να μάθει ξένες γλώσσες. Δεν θ’ αργήσει να διαπρέψει ως μεταφραστής, με ευαισθησία μοναδική, θεατρικών κυρίως έργων: «Ματωμένος γάμος» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα, αλλά και ποίηση του ίδιου, επτά μονόπρακτα του Τενεσί Ουίλλιαμς, θεατρικά του Λόπε Δε Βέγκα, του Ευγενίου Ο Νηλ, του Στρίντμπεργκ.

Γίνεται γνωστός στους ευρωπαϊκούς κύκλους γραμμάτων και ποιήματά του θα μεταφραστούν στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Κορεάτικα, Σουηδικά, Τουρκικά, Φινλανδικά.

Μαζί με τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, εκεί στο θρυλικό πατάρι του Λουμίδη, στη Σταδίου ή στου Φλόκα, κατέθεσαν τον θεμέλιο λίθο στον σύγχρονο ελληνικό ρεαλισμό. Αλλά ο Γκάτσος σαν γνήσιος βουνίσιος, περήφανος για την καταγωγή του, μελέτησε σε βάθος και το δημοτικό τραγούδι, έχει επηρεαστεί απ’ αυτό, όπως κι από τον Παλαμά και τον Σολωμό. Στα έργα του περικλείει την ελληνική παράδοση χωρίς να την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή επίδραση του Μεσοπολέμου, με τους μεγάλους αναγεννητές, ποιητές, συγγραφείς, θεατρικούς κριτικούς.

Για λόγους βιοπορισμού συνεργάστηκε με την ελληνική ραδιοφωνία ως μεταφραστής και ραδιοσκηνοθέτης. Μοναχικός, μα και της παρέας, του καλού κρασιού, έχει πολύτιμους φίλους μα και τη γωνιά του, το σκυλί του. Δίνεται ολόψυχα, σκορπάει ό,τι κερδίζει βοηθώντας νέα παιδιά κυρίως, ακούει, συντρέχει. Εσωστρεφής, μονόχνοτος τη μια στιγμή, την άλλη παρουσία τρυφερή, γεμάτη χαρά ζωής, κρατάει κομμάτι της Κύπρου με τη φιλία του με τον Σωτήρη Μουστάκα, που τον συνόδευε στις περιπλανήσεις, τις εκδρομές, τις αναζητήσεις του για ευχάριστη συντροφιά.

Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Οι Ισπανοί ποιητές τον θεωρούν μοναδικό λάτρη της γλώσσας και της λογοτεχνίας τους.

Στο συγκλονιστικό βιβλίο της «Πουλάμε τη ζωή, χρεώνουμε τον θάνατο», τίτλος παρμένος από την Εκάβη, η Αγαθή Δημητρούκα, που μαθητριούλα ξεκίνησε να γράφει στίχους, πήγε να τον γνωρίσει κι έγινε για δεκαπέντε χρόνια το κορίτσι του, η σύντροφος, η προστατευτική σκιά του ώς την τελευταία του πνοή, γράφει: «Μου έλεγε: "Είμαι πολύ μεγάλος πια", "Σ’ έχω σκλαβώσει κοντά μου", μα με κοιτούσε με βλέμμα γεμάτο μελαγχολία, αλλά και σιγουριά για την κατανόησή μου». Ο πιο δυνατός τρόπος επικοινωνίας τους, το βλέμμα:

«Το βλέμμα, ναι! Η συνεννόηση μέσω βλεμμάτων δεν έλειψε ποτέ: Κοιταζόμασταν συνωμοτικά όταν ξεκινούσε κάποιο αστείο. με συμπαράσταση όταν εμφανιζόταν κάποια δυσκολία. με ανακούφιση για τις μικρές νίκες της ζωής… Και είχαμε συνηθίσει τόσο τη γλώσσα των βλεμμάτων, που δε χρειαζόταν να μιλάμε μεταξύ μας, κι όχι μόνο για τα καθημερινά. Ήταν σαν να κοιτάζαμε τον κόσμο, σαν να προσπαθούσαμε να τον καταλάβουμε μέσα από τα μάτια ο ένας του άλλου».

Η Αγαθή τον συνόδεψε στην Ασέα, το χωριό που πάντα ζούσε μέσα του όταν ο Νίκος έφυγε, στις 12 Μαΐου 1992. Και σαν χάδι φτάνει η τρυφερή μελωδική φωνή της Τάνιας Τσανακλίδου στη σύνθεση του Γιώργου Αντρέου «Γράμμα στον κύριο Νίκο Γκάτσο»: «Όλα, κύριε Νίκο, είν’ εδώ, όπως τα άφησες εσύ, όπως τα ξέρεις. Όλα κύριε Νίκο είν’ εδώ, πάρε τη στάμνα της λήθης τη χρυσή, απ’ την πηγή πικρό νερό να φέρεις».

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ