Για την ανάγκη ενός Έκτακτου Σχεδίου Επαναδραστηριοποίησης της Οικονομίας έχω γράψει επανειλημμένα. Χωρίς τη συστηματοποίηση της όλης προσπάθειας, μόνο τυχαία μπορεί να επιτύχουμε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η αναζωογόνηση της οικονομίας θα λύσει πολλά προβλήματα (ανεργία κλπ) και θα δώσει μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον. Τι γίνεται, όμως, με τις ζημιές που άφησε πίσω της η κρίση; Αν δεν θέλουμε να παγιωθεί μια κατάσταση «τυχερών και άτυχων», που να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη βεβαρημένο κοινωνικό σκηνικό με τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται, θα πρέπει παράλληλα να επεξεργαστούμε ένα Πρόγραμμα Επανόρθωσης των Αδικιών της Κρίσης κι όχι να δίδουμε αόριστες υποσχέσεις, όπως επιχειρήθηκε πρόσφατα στη Βουλή κι αλλού.
Η σημερινή κατάσταση φέρνει στη μνήμη μιαν άλλη, εκείνη μετά την εισβολή μεταξύ των «άτυχων εκτοπισθέντων» και «των τυχερών μη εκτοπισθέντων». Στα Έκτακτα Σχέδια στόχος δεν ήταν μόνο η επαναδραστηριοποίηση της διαλυθείσας οικονομίας, αλλά κι η αποκατάσταση της τρωθείσας κοινωνικής συνοχής. Παρά την αρχική διστακτικότητα των εκτοπισμένων επιχειρηματιών να δραστηριοποιηθούν, με μια συστηματική προσέγγιση άρχισαν να χρησιμοποιούν τις μεγάλες εμπειρίες τους για επανασύσταση της οικονομίας των ελεύθερων περιοχών. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση γνωστού επιχειρηματία, όταν του πρότεινα να αξιοποιήσει τα κυβερνητικά σχέδια και να δραστηριοποιηθεί στη Λεμεσό, όπου κατέφυγε. Με δάκρυα στα μάτια μου είπε: «Γιατί να κάνω άλλα εργοστάσια, εγώ μόλις αποπεράτωσα το νέο εργοστάσιό μου στην Αμμόχωστο». «Τι πειράζει να ΄χεις ένα στην Αμμόχωστο κι ένα στη Λεμεσό», ήταν η συμβουλή μου.
Με αυτήν την προσέγγιση, που κάλυπτε όλους τους εκτοπισμένους, αποφύγαμε, νομίζω, τη δημιουργία οποιουδήποτε χάσματος ή μίσους μεταξύ των δυο μερών του πληθυσμού. Μετά την τελευταία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εάν δεν αναληφθούν συγκεκριμένες ενέργειες για επούλωση των πληγών, ο κίνδυνος δημιουργίας μιας μόνιμης κοινωνικής αντιπαλότητας είναι υπαρκτός. Ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτονται καθημερινά αήθεις συμπεριφορές από κρατούντες, είτε στην περίπτωση του «κουρέματος» των καταθέσεων είτε στη διαχείριση έργων του Δημοσίου, για τα οποία τη νύφη πληρώνει ο κόσμος. Ποια παραδείγματα δίνουμε στους νομοταγείς πολίτες και τις αυριανές γενιές;
Είναι γι' αυτούς τους λόγους που επιμένω ότι, πέραν των προσπαθειών που καταβάλλονται για αποκάλυψη και τιμωρία των παρανομούντων, θα πρέπει η Κυβέρνηση κι η Πολιτεία να εγκύψουν στην επούλωση των τραυμάτων, που επισωρεύτηκαν. Γιατί π.χ. ο έντιμος δημόσιος υπάλληλος κι ο συνταξιούχος να συνεχίζουν να υφίστανται για χρόνια φορολογίες, επιβαρύνσεις και παράνομες περικοπές μισθών και συντάξεων; Γιατί οι νόμιμοι καταθέτες κι οι κάτοχοι αξιογράφων, που δεν έβγαλαν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, όπως κάποιοι, να πληρώσουν τα σφάλματα άλλων; Γιατί οι μέτοχοι των τραπεζών κι ιδιαίτερα οι μικρομέτοχοι, που επέλεξαν αυτόν τον τρόπο να τοποθετήσουν τις μικροαποταμιεύσεις τους, από τη μια να χάνουν τους κόπους μιας ζωής κι από την άλλη να καλούνται να πληρώσουν τις υποχρεώσεις στην τράπεζά τους, που κατέρρευσε;
Όλες οι πιο πάνω κι άλλες ανάλογες περιπτώσεις θα πρέπει να αναλυθούν και μελετηθούν, με στόχο την εξεύρεση αντίδοτου θεραπείας ή άμβλυνσης. Ήδη ο ΠτΔ δεσμεύτηκε να εξετάσει κι ικανοποιήσει σε κάποιο βαθμό μέχρι το τέλος του χρόνου τις περικοπές κι επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν στους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους. Η Υπουργός Εργασίας και το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα θα πρέπει να εξετάσουν ανάλογες πτυχές που αφορούν τους εργαζόμενους στον ευρύτερο ιδιωτικό τομέα, πριν αρχίσει η υποβολή και διεκδίκηση αιτημάτων.
Κανονικά έπρεπε να ξεκινήσουμε με συμψηφισμό των απωλειών και των υποχρεώσεων εκάστου. Δεν καταλαβαίνω π.χ. όταν κατέρρευσε η Λαϊκή Τράπεζα κι έχασε κάποιος τις μετοχές του, που μπορεί να αποτελούσαν τις μικροαποταμιεύσεις μιας ζωής, γιατί οι υποχρεώσεις προς αυτήν υπό μορφή ενός παρατραβήγματος να εξακολουθούν να ισχύουν, αφού μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου; Οι όροι εντολής του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου θα πρέπει να διευρυνθούν, ώστε να μπορεί να επεμβαίνει στη ρύθμιση τέτοιων αιτημάτων καταθετών, κατόχων αξιογράφων και μετόχων των τραπεζών. Σαν πρώτη προσπάθεια θα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Και δεν είναι καθόλου δίκαιο ένας, του οποίου «κουρεύτηκαν» οι καταθέσεις και τα αξιόγραφα ή «εξαφανίστηκαν» οι μετοχές, να καλείται από την ανάδοχο Τράπεζα Κύπρου να αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις του σε δάνεια/παρατραβήγματα στη Λαϊκή και μάλιστα με πολύ επαχθείς όρους. Την ίδια ευαισθησία θα πρέπει να επιδείξουν κι οι άλλες τράπεζες, η Ελληνική κι η Συνεργατική, έναντι των πελατών τους, που επηρεάστηκαν από τις πράξεις ή παραλείψεις τους.
Αλλά και το Κράτος, το οποίο ωφελήθηκε από το «κούρεμα» των καταθέσεων (διαφορετικά έπρεπε το ίδιο να αναλάβει να στηρίξει τη Λαϊκή και την Τράπεζα Κύπρου, όπως έκανε με τη Συνεργατική) θα πρέπει τώρα, καθώς διορθώνονται τα δημοσιονομικά του, να συμβάλει στην άμβλυνση των πιο πάνω προβλημάτων. Αφού καταγραφούν οι διάφορες περιπτώσεις από το γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου κι αξιολογηθούν, να διαβιβαστούν στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, το οποίο με τη σειρά του να αρχίσει σταδιακά την περικοπή ενός ποσού, που θα έχει καθοριστεί, από τις άλλες φορολογικές υποχρεώσεις του ενδιαφερομένου.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με τέτοια ανώδυνα μέτρα, που μπορούν να συντηρηθούν χωρίς να επηρεάζεται η γενικότερη προσπάθεια ανάκαμψης των δημοσιονομικών και των χρηματοπιστωτικών πραγμάτων. Οι εξελίξεις θα μας οδηγήσουν σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως γίνεται με την Αφερεγγυότητα για ανθρωπιστικούς λόγους.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com
Τα ακίνητα της εβδομάδας




