Λίγους μήνες μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου εν έτει 1959 ρωτήθηκε ο νεκρός πια, αλλά μεγάλος σε εκτόπισμα, Τούρκος πολιτικός Ισμέτ Ινονού για το κατά πόσον ο παράγοντας χρόνος θα απέβαινε επωφελής ή ζημιογόνος για την υπόθεση της Κύπρου, πάντοτε, όπως είναι και αυτονόητο, από τη σκοπιά των συμφερόντων της τουρκοκυπριακής πλευράς αλλά και της ίδιας της Τουρκίας ευρύτερα. Και ο καθ' όλα ευφυέστατος Ισμέτ Ινονού απάντησε ως εξής:

«Φαινομενικά και εκ του προχείρου θα 'λεγε κανείς ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος των συμφερόντων του τουρκικού παράγοντα όμως, και το τονίζω αυτό, οι Ελληνοκύπριοι σε λίγα χρόνια θ' αρχίσουν να ερίζουν μεταξύ τους και, αν το εκμεταλλευτούμε αυτό μεθοδικά, ψύχραιμα, υπομονετικά και συγκροτημένα, εκεί που η ελληνική και η ελληνοκυπριακή ηγεσία φαινομενικά θα έχουν το επάνω χέρι, θα τους καταφέρουμε καίριο και αποφασιστικό πλήγμα». Λόγια προφητικά, που απεικονίζουν τη σημερινή θλιβερή πραγματικότητα. Άρα, ως Ελληνισμός έχουμε να αντλήσουμε χρήσιμα και πολύτιμα διδάγματα για τον καθ’ όλα άψογο τρόπο με τον οποίο πολιτεύεται ο τουρκικός παράγοντας γενικότερα.

Θα πρόσθετα επίσης ότι ανέκαθεν οι Τούρκοι πολιτικοί στην ολότητά τους έχουν μελετήσει με πάσα λεπτομέρεια τις κινήσεις μας στην πολιτική σκακιέρα, κι έχουν όλα αυτά τα χρόνια «ξεχωρίσει» ενδελεχώς την «απομόνωση», αν θέλετε καλύτερα τα τρωτά μας σημεία, που δεν είναι δυστυχώς άλλα από την απουσία μιας ενιαίας και σταθερής εξωτερικής πολιτικής σε συσχετισμό με τη διχόνοια.

Τώρα αντιπαρέρχομαι και λέω υπό τύπο διδαχής το τι μέλλει γενέσθαι. Πρώτα και κύρια οφείλουμε εδώ και τώρα, έστω και αν είναι ήδη αργά, να προβούμε στη δέουσα αυτοκριτική, να οριοθετήσουμε εμπεριστατωμένα βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους, να συγκροτήσουμε μια σταθερή και «διά βίου», θα 'λεγα, εξωτερική πολιτική, να ποντάρουμε, αν θέλετε, και εμείς με τη σειρά μας στα τρωτά σημεία του αντιπάλου (βλέπε Τουρκία), που είναι η υπεροψία, η αλαζονεία, η αχαριστία και ο τυχοδιωκτισμός. Επίσης δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι ο «εχθρός του εχθρού (όπως συνηθίζουμε να λέμε) είναι κατ' ουσία σύμμαχος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και μαζί με αυτό να συνάψουμε παράλληλα τις ανάλογες και απαραίτητες συμμαχίες.

Όμως θα υποστήριζα ότι πάνω απ' όλους και όλα επιβάλλεται επιτέλους να κτίσουμε στη βάση μιας πραγματικής (και όχι με ευχολόγια) ενότητας, με άλλα λόγια να οριοθετήσουμε και να στοχοθετήσουμε στην πράξη και κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ένα αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

Κλείνοντας, θα τόνιζα επίσης ότι το μεγάλο δυστύχημα για τον Ελληνισμό γενικότερα (προσέξτε, είναι βαρυσήμαντο) ΔΕΝ έγκειται στο γεγονός ότι κάνουμε λάθη. Λάθη πάντοτε θα γίνονται, στο κάτω-κάτω άλλωστε είναι κάτι το ανθρώπινο. Η πεμπτουσία όμως της πολιτικής είναι να παραδειγματιζόμαστε και να διδασκόμαστε από αυτά, κάτι που, δυστυχώς, οφείλω να ομολογήσω, με τα μυαλά που ανέκαθεν εν «αφθονία» (!) διαθέτουμε, πολύ φοβούμαι πως δεν θα γίνει ποτέ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΩΚΑΣ