Η λύση του Κυπριακού και η βιωσιμότητά της είναι άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες με την ασφάλεια και την ευημερία του λαού, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Λατίνων και Αρμενίων, καθώς και των λοιπών Ευρωπαίων συμπολιτών μας, που θέλουν να ζουν στο νησί. Κανένα λοιπόν πείραμα δεν μπορεί να γίνει σε βάρος του λαού και κανένα ρίσκο δεν μπορεί να παρθεί. Ωστόσο, αυτά που απεργάζονται στις συνομιλίες η Τουρκία με τον κ. Ακιντζί προνοούν αποκλίσεις από τις βασικές ελευθερίες της ΕΕ, όπως είναι αυτές της διακίνησης κεφαλαίων, υπηρεσιών, προϊόντων και εργαζομένων μεταξύ των δυο Κοινοτήτων της Κύπρου και των «συνιστώντων κρατών», που επιδιώκουν να φτιάξουν για να εξυπηρετεί, όπως η ίδια η Τουρκία προειδοποιεί, τα συμφέροντά της στην περιοχή.
Βεβαίως, οι 4 βασικές ελευθερίες ισχύουν ως κατάκτηση των ευρωπαϊκών λαών και αφορούν τα δικαιώματα των πολιτών του ενός κράτους μέλους σε όλα τα άλλα. Στην περίπτωση της Κύπρου, με τη χλιαρή «διεκδίκηση» των 4 βασικών ελευθεριών από την ελληνοκυπριακή πλευρά και την πεισματική επιμονή για παρεκκλίσεις από αυτές από την τουρκική, λες και αποδεχόμαστε την ύπαρξη δύο ανεξαρτήτων κρατών στο τάχα επανενωμένο ομόσπονδο κράτος.
Το θέμα της πλήρους εφαρμογής των αρχών και αξιών της ΕΕ δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά και την ίδια την Ένωση. Γι' αυτό άλλωστε έχω ήδη απευθυνθεί προς την Επιτροπή για να ξεκαθαρίσει τη θέση της. Θεωρώ ότι, για να είναι κάθετη επί της απάντησής της η ΕΕ, θα πρέπει εξίσου κάθετη να είναι και η Κυπριακή Δημοκρατία και στην τράπεζα των συνομιλιών και προς τις Βρυξέλλες. Ότι δηλαδή δεν θα δεχθεί καμιά απόκλιση που θα οδηγεί σε διχοτόμηση. Έτσι, η ΕΕ δεν θα μπορεί να κρυφθεί πίσω από τη Λευκωσία και τις υποχωρήσεις, για να διευκολύνει την Τουρκία. Από την άλλη, η Λευκωσία δεν θα μπορεί να δημιουργήσει άλλοθι για τις δικές της απαράδεκτες υποχωρήσεις μέσω της ΕΕ.
Τα τονίζω αυτά, διότι μια τέτοια εξέλιξη, αποκλίσεων δηλαδή από θεμελιώδεις ελευθερίες σε συνάρτηση με το εμπόριο, την οικονομία και τα τραπεζικά ζητήματα, θα σφραγίσει τον διχοτομικό χαρακτήρα της λύσης, ενώ ταυτοχρόνως η «επανένωση» θα χρησιμοποιηθεί από την τουρκική πλευρά ως εργαλείο για την οικονομική τροφοδότηση του σημερινού ψευδοκράτους, το οποίο θα αναγνωριστεί σε ισότιμο συνιστών τουρκοκυπριακό κράτος στη διχοτομική φιλοσοφία της Άγκυρας. Και σε αφαίμαξη της οικονομίας των Ελληνοκυπρίων.
Αυτά δεν είναι λόγια του αέρα. Προκύπτουν από τη διαδικασία της ανακατανομής των έμμεσων φόρων μιας ομοσπονδίας, με τους μηχανισμούς που η τουρκική πλευρά θέλει να επιβάλει στο πλαίσιο διευθέτησης του προβλήματος. Με βάση την τουρκική φόρμουλα, οι Ελληνοκύπριοι, λόγω του υψηλότερου βιοτικού τους επιπέδου, για δέκα τουλάχιστον έτη μετά τη λύση θα πληρώσουν και για την ομοσπονδιακή Κυβέρνηση τη μερίδα του λέοντος, καθώς και για την ανάπτυξη του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους. Εάν είναι να πληρώσουμε για μια δημοκρατική και βιώσιμη λύση, θα ήταν αποδεκτή η καταβολή του οποιουδήποτε κόστους. Δυστυχώς, όμως, μας καλούν να πληρώσουμε για μια λύση με απόκλιση από τις αρχές και αξίες της ΕΕ, που θα νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής και θα διχοτομεί την Κύπρο. Επιπλέον μας καλούν να πληρώσουμε και πολεμικές αποζημιώσεις στην Άγκυρα για την... εισβολή.
Υπάρχει και ηθικό και πολιτικό και οικονομικό ζήτημα που σχετίζεται με τη βιωσιμότητα της λύσης. Τονίζουμε, μάλιστα, ότι μια από τις βασικές αιτίες διεθνικών ή πολυεθνικών ομοσπονδιών είναι οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων. Πόσω μάλλον στη δική μας περίπτωση, που θα έχουμε δίπλα μας την Τουρκία, η οποία, εάν δεν της κάνουμε τα χατίρια, θα υπονομεύει συνεχώς τα θεμέλια της λύσης.
Όσον αφορά τις προεδρικές υποσχέσεις για τρομακτική οικονομική άνθιση μετά τη λύση, πιστεύουμε ότι είναι ανεδαφικές και επικίνδυνες.
Όχι μόνο χρήμα δεν θα βρέχει, αλλά, όπως αναφέρει ο Πρόεδρος στην επιστολή που έδωσε στον ΓΓ του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν στο Νταβός, «θα πρέπει να είναι σαφείς οι όροι δανειοδότησης της λύσης»… Με άλλα λόγια, θα βγούμε από το ένα μνημόνιο για να μπούμε σε άλλο. Και το χείριστο είναι ότι δεν θα πληρώσουμε για την επανένωση, αλλά για τη διχοτόμηση. Έχω προειδοποιήσει ότι λύση αυτών των προδιαγραφών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, έχω προειδοποιήσει και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αναλάβει τις ευθύνες του. Ο λαός έχει αρκετή σοφία και δεν θα υπογράψει ποτέ τη θανατική του καταδίκη.
ΔΡ ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
Ευρωβουλευτής




