«Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο σίγουρα, ναι,
με το νταούλι και με τον ζουρνά, καλημέρα ήλιε, καλημέρα»
Τον είπαν ηλιοπότη. Ρουφούσε το φως του ήλιου ερωτοκτυπημένος με το γλαυκό της θάλασσας, το μωβ του κυκλάμινου, το κρεμεζί του κυπαρισσιού. «Συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο, αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω», εξομολογείται.
Διαβάζεις Ελύτη και σε θαμπώνει το αιγαιοπελαγίτικο φως καταμεσήμερου. Κι ύστερα σε γαληνεύει το αιώνιο της ελληνικότητας, η μαγεία της γλώσσας, γιατί «κανείς δεν συμμάχησε στενότερα με τη λέξη εναντίον του θανάτου».
«Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική στις αμμουδιές του Ομήρου
μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου».
Γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 2 Νοεμβρίου 1911 από γονείς Μυτιληνιούς, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης ρουφά από τα δυο νησιά απέραντο γαλάζιο και ολόδροσα περιβόλια και βράχους, τα «γκαστρώνεται» όπως λέει και τα κάνει αράδες γεμάτες φως και χρώμα. Με απίστευτη τρυφεράδα υμνεί τα μικρά ξωκκλήσια, τους κάβους, τα ρείκια. Λέει πως το Ελύτης το διάλεξε γιατί το «Ε» δηλώνει Ελλάδα, μα του καταλογίζουν πως έχοντας ζήσει εφτά χρόνια στο Παρίσι διαλέγει το γαλλικό «Elite» για να δείξει από ανώτερη κάστα. Ευλογεί, όπως λέει, την τύχη και την οικογενειακή περιουσία (βυρσοδεψεία και απέραντες εκτάσεις), γιατί δεν χρειάστηκε να δουλέψει μια μέρα. Ακόμα όμως και μετά το βραβείο Νόμπελ το 1979 με την τεράστια οικονομική παροχή, συνεχίζει να ζει σ’ ένα διαμερισματάκι 70τ.μ. με συντροφιά τα κεντίδια, τα ξύλινα και πήλινα μικροπράγματα που αγαπά. Ζει μόνο για την ποίηση και τη ζωγραφική, που μαζί με τα μοναδικά πεζά του κάνουν το έργο του μνημειώδες.
Ανθυπολοχαγός στην Αλβανία το 1940 πονά για την ήττα του ανθρώπου και των αξιών. Με σπαραγμό λέει: «Αν ο κόσμος δεν μπορεί ν’ αλλάξει στάση, ας αλλάξουμε εμείς στάση απέναντί του. Ο καθείς με τα όπλα του». Και αλλού: «Ο άνθρωπος μπορεί να γεννιέται κλαίγοντας, αλλά πρέπει να ζει και να πεθαίνει τραγουδώντας, σαν τα ξερά τζιτζίκια που μένουνε αγκιστρωμένα στους κορμούς. Και πεθαμένα πείθουν». Μοναδική φιλοδοξία του «Να γίνει ο τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους». Δεκάδες οι στίχοι από τις συλλογές «Προσανατολισμοί», «Ήλιος ο πρώτος», «Το Άξιον Εστί», «Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό» και τόσες άλλες που μελοποιημένοι σημαδεύουν δεκαετίες κάθε χάραμα και νύχτωμα στην Ελλάδα, γίνονται προσευχή αφού όπως λέει: «Όπου υπάρχει ποίηση υπάρχει και Θεός». Πολυσυζητημένος και με άπειρες ερμηνείες κι ο στίχος του «Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε».
Αλλά η καταγραφή του για την απελπισία του ποιητή συνταράζει:
«Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου τι βλέπεις;
Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας
το κέρδος των δικών τους πτωμάτων»
Ο έρωτας στη ζωή του κινητήρια δύναμη. Βαθιά αισθαντικός καταθέτει μ’ ευαισθησία απαράμιλλη:
«Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ,
πάντα εσύ τ’ αστεράκι κι εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά»
Η «Μαρία Νεφέλη», η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, η συλλογή και το κορίτσι που σφράγισαν τη ζωή του. Η μούσα του ζει πάντα στον χώρο και την αύρα του. Ο Ελύτης κατηγορήθηκε πως δεν έγραψε κοινωνική ποίηση, μα και μόνο ο στίχος από το «Άξιον Εστί» είναι κοινωνικός παιάνας:
«Για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή
θέλει νεκροί χιλιάδες να ’ναι στους τροχούς
θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους»
Είκοσι χρόνια από τις 18 Μαρτίου 1996, που έσβησε γι’ αυτόν «Ο ήλιος ο Ηλιάτορας». Μνήμη πικρή τα λόγια του: «Η Ευρώπη γαλουχήθηκε και μεγάλωσε κι αντρώθηκε με τη θηλή της ελληνικής γραμματείας, με δοσμένες τις Αντιγόνες, τις Ηλέκτρες, πλην τη στιγμή που πρέπει να το θυμάται θέλει να το ξεχνά. Αλήθεια, είναι καταδίκη ν’ αγαπάς κάποιον που μισείς, γιατί δεν υπάρχει άλλος ν’ αγαπήσεις». Κέντρισμα στις πρωτόγνωρες μέρες που ζει η Ελλάδα η φράση του: «Θυμηθείτε την περηφάνια και το θάρρος των φυτών που την πιο κατάψυχρη μέρα του χρόνου τινάζουν μπουμπούκι». Επίκληση στον ήλιο της δικαιοσύνης τον νοητό, στη μυρσίνη τη δοξαστική που ύμνησε: «Μη παρακαλώ σας, μη, μη λησμονάτε τη χώρα μου».
Οδυσσέας Ελύτης: Άξιος Εστί.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




