Η προσέγγισή μου στο θέμα εδράζεται σε δύο άξονες: Πρώτον, τις «εκτιμήσεις ψήφου», οι οποίες ήταν και εξακολουθούν να είναι αναξιόπιστες, διότι ως απότοκο της έπαρσής τους και έχοντας μεταβάλει τον εαυτό τους από καταγραφείς τάσεων σε «προφήτες» αποτελεσμάτων, οι δημοσκόποι δεν αξιολογούν σωστά την κινούμενη άμμο της αποχής. Άρα, η βεβαιότητα της αποχής οδηγεί σε αβεβαιότητα «πρόβλεψης». Δεύτερον, η «ψήφος αποστασιοποίησης και διαμαρτυρίας» είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα, με δεδομένη τη δυσφορία προς το κομματικό σύστημα, που πιθανότατα θα ενισχύσει την τάση για αποχή, όσο πλησιάζουμε στην τελική ευθεία των εκλογών.

Όλοι γνωρίζουμε πλέον ότι η αποχή ήταν ο μεγάλος νικητής των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων. Έχει όμως πλέον εμπεδωθεί στον κάθε πολίτη ότι από την αποχή τραυματίζεται η δημοκρατία και κατασπαράζεται η κάθε μονάδα ψήφου που δεν ασκείται αναλογικά από τα κόμματα, με κάποια να ωφελούνται περισσότερο από άλλα. Τα δύο μεγάλα κόμματα, χωρίς να διαθέτουν πραγματική δυναμική και έχοντας υποχωρήσει σε απόλυτους αριθμούς ψηφοφόρων, ευνοούνται περισσότερο, καθώς το ίδιο ισχύει σε αναλογικά μικρότερο βαθμό και για τα δυο άλλα ιστορικά κόμματα-πυλώνες του κομματικού μας συστήματος, που δείχνουν να χάνουν κατά κράτος τη μάχη του ενδιάμεσου χώρου, αφού παρουσιάζονται με «ελαφρών βαρών» ηγεσία και χωρίς στρατηγική πυξίδα.

Η αποχή, αντί να φωτίζει το εκλογικό αποτέλεσμα, προσθέτει μια βαριά σκιά. Προσωπικά θεωρώ ότι το σημερινό κομματικό τοπίο έχει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις και ενώ τα ερωτήματα επιβεβαιώνονται καθημερινά, οι απαντήσεις για την κατεύθυνση της πολιτικής δυναμικής και της πρόθεσης ψήφου των πολιτών παραμένουν μη διαθέσιμες. Στη συγκεκριμένη πραγματικότητα κανένα κόμμα (από τα ιστορικά τουλάχιστον) δεν μπορεί να νιώθει σίγουρο ότι θα επαναπροσελκύσει, στην έκταση που θα ήθελε, τους ψηφοφόρους του, που επέλεξαν την αποχή και την αποστασιοποίηση.

Το κυβερνών κόμμα πληρώνει αδυναμίες διαχειριστικές, τις δεσμεύσεις και αποδεσμεύσεις του, αλλά και ατομικές συμπεριφορές των στελεχών του. Το δήθεν κόμμα της αντιπολίτευσης πληρώνει την ταύτισή του με το κυβερνών κόμμα, αλλά και για την ανεπαρκέστατη παρουσία του στο πηδάλιο της χώρας, που μας τραυμάτισε ανεπανόρθωτα. Την ίδια ώρα, τα μικρότερα ιστορικά κόμματα δείχνουν χαμένα, αδυνατώντας να εκτιναχθούν, και μέσα στον πανικό τους έχουν χάσει και τον προσανατολισμό αλλά και την ουσιαστική τους πολιτική παρέμβαση.

Επιπρόσθετα, βλέποντας όλα αυτά τα ιστορικά κόμματα να νοιάζονται για διαφάνεια και να σχολιάζουν τα σκάνδαλα, τη διαφθορά και τη διαπλοκή, είναι σαν να παρακολουθούμε ένα θέατρο του παραλόγου, που υποτιμά τη νοημοσύνη αλλά και την αξιοπρέπεια του κάθε πολίτη, που πλήρωσε από το υστέρημά του την αδηφαγία του κομματικού αυτού σαθρού κατεστημένου. Και για να προλάβω όλους αυτούς που θα σπεύσουν να μου πουν ότι λαϊκίζω, θα θέσω έναν απλό προβληματισμό, στον οποίο έχω στηρίξει την πιο πάνω τοποθέτησή μου.

Σε όλα τα διοικητικά συμβούλια των εμπλεκόμενων φορέων και συμβουλίων στα σκάνδαλα (αυτά που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αλλά και όλα εκείνα που ακόμα να έρθουν στο φως), τα ιστορικά μας κόμματα είχαν και εξακολουθούν να έχουν έναν ή περισσότερους αντιπροσώπους και ο εύλογος προβληματισμός του κάθε πολίτη έχει ως εξής: ή γνώριζαν και τα έτρωγαν μαζί ή γνώριζαν και δεν έτρωγαν αλλά ούτε μιλούσα ή δεν έπαιρναν χαμπάρι τι γινόταν κάτω από τη μύτη τους. Ποιο σενάριο από τα πιο πάνω τους ταιριάζει, θα τους αφήσω να το διαλέξουν οι ίδιοι. Φυσικά οι πολίτες τούς έχουν σιχαθεί έτσι και αλλιώς.

Επομένως, το μεγάλο ερώτημα εντοπίζεται στο ποια δυναμική θα κυριαρχήσει στους ψηφοφόρους της αποχής, της τιμωριτικής ψήφου αλλά και της ψήφου διαμαρτυρίας. Υπάρχει απάντηση; Προφανώς όχι. Αυτό όμως που προκύπτει από τις προσωπικές μου επαφές με αρκετό κόσμο είναι η συνειδητοποιημένη αντίδραση για κατάθεση ψήφου στη βάση προσωπικών κριτηρίων που θα υπερβούν τα κομματικά στεγανά, για παράδειγμα νέα πρόσωπα, ο δείκτης εντιμότητας, η διάθεση για διεκδίκηση, το μη εξαρτημένο και άνευ διαπλοκής παρελθόν, κλπ.

Τώρα το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό αυτό θα μετουσιωθεί και αν θα είναι αρκετό για να τροποποιήσει το ισοζύγιο δυνάμεων του Κοινοβουλίου, που κατά γενικήν παραδοχή είναι και η κακοδαιμονία μας σήμερα. Αυτό είναι που τρέμουν τα ιστορικά μας κόμματα, τη μαζική αφύπνιση και την κατάθεση συνειδητοποιημένης ψήφου. Τι άλλο πρέπει να βιώσουμε για να αντιδράσουμε; Αυτήν τη φορά ας μην πάμε πάσο, την παρτίδα των εκλογών του 2016 θα την κερδίσουμε εμείς, γιατί από εμάς ξεκινά η αλλαγή.

Τώρα, πιστεύω, έχουμε επιλογές.

ΔΡ ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α' Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών