Στην Κύπρο υπάρχει μια νοοτροπία που αφορά τον τρόπο προσέγγισης της άλλης άποψης, που ουσιαστικά αποκλείει τη συζήτηση. Που αφοριστικά απορρίπτει το διαφορετικό και κλείνει ερμητικά την πόρτα στη σύνθεση απόψεων. Ποια είναι αυτή η νοοτροπία; Η εξής, απλή και αφοριστική φράση: Ε, και τι έχεις να προτείνεις; Ας το αναλύσουμε. Είναι καλά γνωστό ότι στις επιστήμες ακόμα και η απλή διατύπωση ερωτήματος, έστω και αν τη στιγμή της διατύπωσης του ερωτήματος δεν διατυπώνεται και η απάντηση, θεωρείται προσφορά. Το ίδιο κατά τη γνώμη μου ισχύει και στην πολιτική.

Ποια η διαφορά; Ότι συνήθως ένα ερώτημα στο θεωρητικό επίπεδο αντέχει περισσότερο στον χρόνο ωσότου απαντηθεί, σε αντίθεση με την πολιτική, στην οποία η λήψη αποφάσεων είναι συνήθως πιο άμεση και χρονικά πιο περιορισμένη. Η διατύπωση όμως έστω και ερωτήματος και, πολύ περισσότερο, μιας κριτικής προσέγγισης, βοηθά εκείνον που θα πάρει την απόφαση στη λήψη της σε πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο σκέψης. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποκλείονται ερωτήματα, κριτικές απόψεις ή και αρνήσεις από μια συζήτηση, αν δεν συνοδεύονται από ολοκληρωμένη πρόταση. Δεν μπορεί και δεν πρέπει η άλλη άποψη να απορρίπτεται προκαταβολικά.

Από την άλλη βέβαια, για να φτάσουμε στο ζητούμενο, που είναι πάντα η λήψη απόφασης, μέσω της σύνθεσης ερωτημάτων, απαντήσεων, κριτικών και αντιπαραθέσεων, σε κάποια στιγμή πρέπει να διατυπώνονται και προτάσεις. Ιδιαίτερα και ειδικά απ' όσους θέλουν και επιζητούν να καθοδηγήσουν τα πράγματα και να ηγηθούν καταστάσεων. Ως εκ τούτου, τα πολιτικά κόμματα, τα πολιτικά πρόσωπα οφείλουν σε κάποια χρονική στιγμή να περάσουν από την αμφισβήτηση, άρνηση, κριτική, στη σύνθεση και τη διατύπωση της δικής τους πρότασης. Καθαρής όμως και τεκμηριωμένης με επιχειρήματα. Αυτή μάλιστα τη στιγμή, ενόψει των βουλευτικών εκλογών, είναι η κατάλληλη στιγμή να ακουστούν αυτές οι προτάσεις και όχι να αναλωθεί η προεκλογική εκστρατεία σε ατέλειωτη αντιπαράθεση εξοντωτικών επιθέσεων χωρίς ουσία. Ο καθένας που διεκδικεί ψήφο οφείλει να προτείνει και να συζητήσει και τις προτάσεις των άλλων. Αυτές οι συζητήσεις να γίνονται νηφάλια μεν, αλλά και μαχητικά, στηριζόμενες όχι στα συνθήματα, αλλά στη γνώση.

Να κλείσω λέγοντας ότι η απόρριψη της όποιας πρότασης υποβάλλεται από άλλους, δεν καθιστά αυτή την πρόταση ανύπαρκτη. Για παράδειγμα, η πρόταση για λύση δύο κρατών στην Κύπρο είναι, κατά την γνώμη μου, από κάθε άποψη απαράδεκτη, αλλά είναι μια πρόταση. Άρα συζητούμε, απορρίπτουμε ή προκρίνουμε, αλλά δεν αφορίζουμε. Ο τόπος ειδικά αυτή τη στιγμή έχει ανάγκη να ακούσει όλα τα ερωτήματα, όλες τις κριτικές και αρνήσεις, όλες τις προτάσεις και θέσεις, για να κάνει όλες τις συνθέσεις, ώστε να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις.

Υπέρτατο κριτήριο στη σκέψη μας, η διαφύλαξη των συμφερόντων του κυπριακού Λαού. Η απελευθέρωση των κατεχομένων και η επανένωση του νησιού μας σε συνθήκες ειρήνης, ασφάλειας, δημοκρατίας, ελευθερίας, πλήρους αποκατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ολοκλήρου του Κυπριακού Λαού. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.