Στη μηχανική γνωρίζουμε ότι όταν παρουσιάζεται ένα κενό, τότε αναπόφευκτα κάποια νέα δύναμη θα σπεύσει να το καλύψει. Παραλληλίζοντας αυτό τον απαραβίαστο νόμο, που αφορά το ισοζύγιο δυνάμεων, με την πολιτική αρένα, όπου παρατηρούμε να εντείνεται η ψήφος διαμαρτυρίας κατά του δικομματισμού, πολλά λέγονται και γράφονται περί «πολιτικού κενού». Παρόμοιοι κανόνες, όπως αυτοί της φυσικής, δεν ισχύουν νομοτελειακά και στην πολιτική. Δυστυχώς η διαχρονικά αποπνικτική παρουσία των τεσσάρων πολιτικών κομμάτων (τα οποία επανειλημμένα έχω κατονομάσει ως κόμματα-πυλώνες του πολιτικού μας συστήματος) δεν επιτρέπει τη δυναμική, απελευθερωτική έκφραση των πολιτών με τρόπο που να ενισχύεται και να βελτιώνεται η ποιότητα του πολιτικού μας συστήματος.

Αποτέλεσμα αυτής της διαστρεβλωμένης αντίληψης περί πολιτικού κενού, ψήφου διαμαρτυρίας και μετακινούμενης ψήφου στη βάση κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικών κριτηρίων, απαλλαγμένων από κομματικά βαρίδια και στεγανά, είναι να διατηρείται, δυστυχώς, επί δεκαετίες το ίδιο κοινοβουλευτικό ισοζύγιο δυνάμεων, αφαιρώντας κάθε κίνητρο των πολιτικών κομμάτων να διεισδύουν στην κοινωνία και να παράγουν πολιτική που να υπηρετεί και να ανταποκρίνεται στους πολίτες.

Σήμερα στο κυπριακό πολιτικό σκηνικό έχει διαμορφωθεί όντως ένα «κενό» από την έκδηλη δυσαρέσκεια και αποστασιοποίηση της κοινής γνώμης από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Αυτό όμως που δεν είναι βέβαιο είναι κατά πόσον οι πολίτες θα μπορέσουν, μπροστά στην επιβλητική παρουσία του πολιτικού τραμπουκισμού που εδραίωσαν τα κόμματα-πυλώνες του πολιτικού μας συστήματος, να μετουσιώσουν αυτή την αντίδραση σε ουσιαστική κοινωνική παρέμβαση στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές.

Τώρα ας δούμε πότε δημιουργείται ένα πολιτικό κενό. Θεωρητικά κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν η κοινή γνώμη με υψηλά ποσοστά δυσπιστεί προς τα δύο κόμματα εξουσίας. Μια τέτοια συγκυρία έχει εξελικτικά δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, όπου οι εικόνες των δύο κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων δεν είναι και οι καλύτερες. Προφανώς, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η συζήτηση περί «πολιτικού κενού» επικεντρώνεται στη δυνατότητα δημιουργίας ενός εναλλακτικού πολιτικού φορέα με δυναμική εξουσία, που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του δικομματισμού.

Τα δύο παραδοσιακά κόμματα του κέντρου, το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ, φαίνεται να κινούνται πλέον στις παρυφές του πολιτικού άξονα και αδυνατούν να δώσουν τη μάχη στον ευρύ ενδιάμεσο χώρο, όπου κρίνονται όλες οι μάχες κυριαρχίας. Παρουσιάζουν δυσκολίες στο να συγκρατήσουν παραδοσιακούς ψηφοφόρους τους, αλλά είναι και έκδηλο το γεγονός ότι δεν μπορούν να ελκύσουν ψηφοφόρους διαμαρτυρίας, που αποστασιοποιήθηκαν και είναι προς αναζήτηση ενός εναλλακτικού πολιτικού φορέα, που να αποπνέει διαφορετικότητα.

Σε αυτό τον ενδιάμεσο χώρο, άλλωστε, εκδηλώθηκαν μια σειρά από φιλόδοξα εγχειρήματα που όντως στόχο είχαν να καλύψουν «πολιτικά κενά» είτε αυτά ήταν υπαρκτά, είτε όχι. Το Παγκύπριο Μέτωπο Ανανέωσης (ΠΑΜΕ) του Σοφιανού το 1980, που τελικά δεν πήγε πουθενά, η Ένωση Κέντρου του Παπαδόπουλου 1980, που τελικά δεν ένωσε κανένα, το Νέο Δημοκρατικό Μέτωπο του Μιχαηλίδη το 1980, που πάλιωσε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και πολλά άλλα έκτοτε. Όλες οι προαναφερθείσες αξιόλογες προσπάθειες με υψηλότατα ποσοστά δημοτικότητας έκριναν πως υπήρχε κενό που οι ίδιες μπορούσαν να καλύψουν.

Διαψεύσθηκαν. Σε τι βαθμό το κενό ήταν όντως υπαρκτό, είναι συζητήσιμο. Ενώ στην εξίσωση μπαίνουν λάθη και αδυναμίες όσων επιχειρούν το εγχείρημα, ένα πάντως είναι βέβαιο: και στις πιο δύσκολες στιγμές του, ο δικομματισμός αναδεικνύει ισχυρότατες αντοχές, για τον απλούστατο λόγο ότι συνασπίζεται. Έτσι όσοι επιχείρησαν ή θα επιχειρήσουν να τον ανταγωνισθούν στον ενδιάμεσο πολιτικό χώρο είχαν και θα έχουν ένα δυσκολότατο έργο αναρρίχησης.

Πάντως εκείνοι που διαμαρτύρονται, αποδοκιμάζοντας τα δύο μεγάλα κόμματα (ακριβώς διότι είναι κόμματα εξουσίας), όπως φυσικά και τα δύο κόμματα του ενδιάμεσου χώρου που ήταν διαχρονικά εξουσία ή συγκυβέρνηση, δύσκολα θα προσελκυσθούν από κόμματα ή κινήματα που εμφανίζονται πρόσκαιρα χωρίς προοπτική δυναμικής παρουσίας και παρέμβασης. Άρα το «πολιτικό κενό» εκ πρώτοις φαντάζει δύσκολο να μπορεί να καλυφθεί, αλλά σήμερα υπάρχει ένας αδιαμφισβήτητος αντίπαλος του δικομματισμού και όχι μόνο, του κομματικού κατεστημένου στην ολότητά του και τούτο δεν είναι άλλο από το υπαρκτό «ρεύμα διαμαρτυρίας» και όχι ένα νέο «ρεύμα εξουσιασμού της κοινωνίας», που ακούει στο όνομα Συμμαχία Πολιτών.

Με τεκμηριωμένη αντιπολίτευση, χωρίς ακραίες τοποθετήσεις και λαϊκισμούς, πάντα συνοδευόμενη από προτάσεις και εισηγήσεις σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία μας, Κυπριακό, οικονομία, μεταρρύθμιση, η Συμμαχία Πολιτών προσφέρει σήμερα διέξοδο στους πολίτες που έχουν ξεπεράσει τα κομματικά στεγανά και έχουν μπει σε μια έντονη και αυστηρή κριτική των πολιτικών και της πολιτικής, και μέσα από τις διεκδικήσεις της εδραιώθηκε ως η εναλλακτική συνειδητή επιλογή των πολιτών και όχι ως μια απλή ψήφος διαμαρτυρίας. Όλοι γκρινιάζουμε, όλοι φωνάζουμε, όλοι διαμαρτυρόμαστε, όλοι επιζητούμε την αλλαγή. Το ερώτημα είναι τι είμαστε έτοιμοι να πράξουμε. Η αλλαγή ξεκινά από εμάς! Τώρα, πιστεύω, έχουμε επιλογές.

ΔΡ ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α' Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών