Από την προτομή σου, τη βλέπεις την Ελλάδα σου

Την είπαν «Στέλλα». Εκείνος κρατούσε μαχαίρι, εκείνη τη λευτεριά της την πήρε μαζί της. Την είπαν «Ίλια». Πουλούσε το κορμί της, μα όχι την ψυχή της. Θα ΄θελε να είχε «ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά» κι απάνω στις αρχαίες πέτρες κλαίει, δεν τ' αντέχει να πεθαίνουν οι ήρωες της τραγωδίας, τους στέλνει να πάνε όλοι μαζί στην ακροθαλασσιά.

Εξόριστη στο Παρίσι, ζει χωρίς την υπηκοότητα που της στέρησε η Χούντα, δεν ζει χωρίς τον ήλιο, τη θάλασσα, το χώμα της Ελλάδας. «Γεννήθηκα Ελληνίδα», φωνάζει, στητή, ολόρθη, περήφανη. «Δεν σας φοβάμαι, έχω έναν ήλιο φυλακτό απ' τη Βεργίνα, έχω τον Κάλβο, τον Σολωμό, το Παλαμίδι, την κυρά της Ρω, δεν σας φοβάμαι. Με την Ελλάδα εγώ ξυπνάω και κοιμάμαι».

Να τη, μπροστά σου, μ' εκείνο το θρασύ μεγάλο στόμα, μ' εκείνα τα κιτρινισμένα απ' τη νικοτίνη δάκτυλα, μ' εκείνο το τσιγάρο, θαρρείς κολλημένο με τσιρότο ανάμεσα τους. Στ' άλλο χέρι ένα κομπολόι, να παίζει μια-μια τις χάντρες. Στ' αφτιά σου τα τελευταία λόγια της πριν το φευγιό της, σε ζωντανή εκπομπή του ΡΙΚ: «Σας κουβαλάω στην ψυχή μου, η Κύπρος είναι η πληγή μου». Μπροστάρισσα στην πρώτη αντικατοχική πορεία γυναικών το 1975, κλαίει μπροστά στ' αντίσκηνα: «Γυναίκα της Κύπρου, σε χαιρετώ».

Μονάκριβη εγγόνα του δημάρχου της Αθήνας Σπύρου Μερκούρη, παντρεύεται στα δεκαεννιά τον Παναγή Χαροκόπο για να ξεφύγει απ' τα «πρέπει» που δεν τ' αντέχει στο σβέρκο της. «Τον αγαπούσα μα δεν μου ΄φτανε». Χωρίζει. Βουτάει σ' αυτό που ένιωθε σκοπό ζωής: το θέατρο. «Μπλανς» στο «Λεωφορείο ο πόθος», «Αλεξάνδρα» στο «Γλυκό πουλί της νιότης». Δεκάδες ρόλοι, Επίδαυρος, Λυσιστράτη θα παίξει αργότερα ακόμα και στο Μπρόντγουεϊ. Μα θέλει τον κινηματογράφο και τη θέλει κι εκείνος. Στη ζωή της μπαίνει ένας αδύνατος ντροπαλός Εβραίος (καθολικός, άρα διά βίου παντρεμένος και πατέρας) ο Ζυλ Ντασέν. Θα γίνει «η ψυχή, το δέρμα, ο εραστής, ο φίλος, ο συνοδοιπόρος μου».

Μοίρα του να ζήσει το τέλος της. Ταινίες σταθμοί: «Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα», «Τοπ Καπί», διεθνής προβολή. Μα και σε κάπου δεκαπέντε δίσκους η Μελίνα ερμηνεύει αισθαντικά, με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή της, Έλληνες και ξένους συνθέτες. Όταν πέφτει η Χούντα σεργιανά στις γωνιές που λάτρεψε κι απλώνει σ' όλο τον κόσμο την Ελλάδα της και τον πολιτισμό της με μια συγκλονιστική ταινία. Την κερδίζει η πολιτική. Γίνεται δυο φορές Υπουργός Πολιτισμού, δημιουργεί τον θεσμό των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) και τον θεσμό «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με πρώτη την Αθήνα. Κηρύττει πόλεμο για να επιστραφούν τα γλυπτά του Παρθενώνα, που κλεμμένα από τον αχρείο Έλγιν «φιλοξενούνται» στο Βρετανικό Μουσείο γιατί, όπως λένε οι κλεπταποδόχοι, «ξέρουν να τα συντηρούν καλύτερα!». Άπειρα βραβεία, θέατρα, χώροι πολιτισμού με τ' όνομά της παντού.

6 Μαρτίου 1994. Memorial Hospital, Νέα Υόρκη. Οι πνεύμονες δεν την πάνε άλλο. Κηδεύεται στις 10 Μαρτίου, πρώτη Ελληνίδα με τιμές αρχηγού κράτους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθορίζει βραβείο στη μνήμη της κι ορίζει την ημέρα του θανάτου της ως Παγκόσμια Ημέρα Πολιτισμού.

Αχ Μελίνα! Από την προτομή σου, τη βλέπεις την Ελλάδα σου. Να κλαις δεν σου το ΄χω, αστραπές θα πετάνε εκείνα τα μελιά ολοζώντανα μάτια σου. Τα μάρμαρά σου τα φωτίζουν ακόμα λαμπτήρες «νέον», ο ήλιος που ονειρεύτηκες στράβωσε πολλούς. «Να ζήσουμε έπρεπε, όχι να ζήσουμε ανήθικα», είπες σ' ένα ξέσπασμα. Μα, ψηλά το κεφάλι. Δες τις χιλιάδες πάμπτωχους, ξεκληρισμένους, που τρέχουν να δώσουν ό,τι δεν έχουν οι ίδιοι στις χιλιάδες κατατρεγμένους που πλημμυρίζουν την Ελλάδα ώρα με την ώρα. Αυτή είναι η Ελλάδα σου, Μελίνα, κι όσο υπάρχουν αυτοί μπορείς να φωνάζεις στα παγωμένα «ψηλά δώματα» της γερμανοκατακτημένης (μ' άλλον τρόπο τώρα) Ευρώπης: «Έχω όλους αυτούς. Δεν σας φοβάμαι».