Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι δύο μεγάλες κομματικές δυνάμεις στην Κύπρο έχουν ως λόγο διαφωνίας τους ιδεολογικά κριτήρια. Άλλωστε, αυτό είναι ένα γνωστό και καθιερωμένο πολιτικό δεδομένο μεταξύ δεξιάς και αριστεράς σε πολλές χώρες. Όμως στη σύγχρονη εποχή και τις κοσμογονικές ανατροπές που υπήρξαν κατά τον προηγούμενο αιώνα, τα όρια της ιδεολογικής απόστασης παρουσιάζουν όλο και περισσότερο παραλλαγές και διαφοροποιήσεις, που πολλές φορές καθιστούν δύσκολο τον καθορισμό επ’ ακριβώς της όποιας διαφοράς.
Πρόσφατα, μάλιστα, αντίθετα στη σημασία της πολυφωνίας, συνέπεσαν και στην ψήφιση του νέου, αυξημένου εκλογικού μέτρου, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές και σ’ αντίθεση μιας μακράς πρακτικής, που ουσιαστικά επιβεβαίωνε την αρχή ότι, και τα μικρά κόμματα πρέπει να έχουν την ευκαιρία και δυνατότητα να καταστούν μεγάλα. Η μελέτη δε των υποψηφίων κάθε κόμματος παρουσιάζει μιαν ανάμειξη προσωπικοτήτων πέραν των κομματικών υποψήφιων, ώστε να εμφανίζονται πολυσυλλεκτικά. Ειδικά για ό,τι αφορά το Κυπριακό, έχει από χρόνια σμικρυνθεί απόλυτα η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων σχετικά με την πορεία προς επίλυσή του.
Οι άλλες πολιτικές κομματικές δυνάμεις οι οποίες εκπροσωπούν την άλλη άποψη περί την πορεία λύσης που ακολούθησε ο Πρόεδρος Χριστόφιας και ακολουθεί ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, αντιπολιτεύονται μεν, χωρίς όμως να επιτυγχάνουν να βρουν τη μέθοδο εκείνη, ώστε να υπάρξει προ και μετά τις εκλογές ο τρίτος πόλος, που θα συνενώνει τον ενδιάμεσο λεγόμενο χώρο. Κατάσταση η οποία, εάν πραγματώνετο από χρόνια ή έστω και τώρα, θα μπορούσε να επιφέρει, ως πολλοί από χρόνια πιστεύουν, τη μεγάλη αλλαγή στα πολιτικά δεδομένα και διεκδικήσεις. Σε μια χώρα υπό κατοχή, όπου η τουρκική βουλιμία επέβαλε μεθοδικά στέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων για 42 σχεδόν χρόνια, όπως τον εποικισμό και προωθεί τη θεώρηση για «εκλιπούσα» Κυπριακή Δημοκρατία, προς μελλοντική εξυπηρέτηση των δικών της στόχων, η πολυκομματική αυτή διασπορά δυνάμεων είναι ακατανόητη και απαράδεκτη.
Η εξήγηση για τον απλό πολίτη αυτής της αποτυχίας, ας το ομολογήσουμε, ανάγεται σε ζητήματα προσωπικού γοήτρου και επιθυμιών μη εγκατάλειψης μικροκομματικής πολιτικής. Το επιμέρους, έναντι του ευρύτερου ή κοινού συμφέροντος. Η απαξίωση προς την πολιτική δράση και συμπεριφορά δεν επήλθε από τον απλό ψηφοφόρο γιατί δεν βρίσκεται η «ίσια» μας, όπως διακήρυξε ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ. Επήλθε γιατί ο πολίτης απογοητεύθηκε με την ασυνέπεια λόγων και πράξεων, με τη χωρίς όρια προσωπική φιλοδοξία.
Κυρίως ενοχλείται με την ατιμωρησία, που προφανώς οφείλεται στη διασύνδεση προσώπων και καταστάσεων, ασχέτως κομματικών ταυτοτήτων και οργίζεται από την ανύπαρκτη έως την αμήχανη και χωρίς ουσία αντίδραση στις απαιτήσεις του Τούρκου εισβολέα και κατακτητή. Προφανώς η πολιτική εξουσία δεν διδάχτηκε και ούτε θυμάται την πιθανότητα να υποστούμε ότι η Τένεδος, η Αλεξανδρέττα και οι Κωνσταντινουπολίτες έχουν υποστεί από την επεκτατική επιδίωξη της Τουρκίας.
Με τα δεδομένα αυτά και τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων περί το Κυπριακό ή και τη δική μας εισήγηση καθιέρωσης και της Τουρκικής ως γλώσσας των θεσμών της ΕΕ, παραμένει ακατανόητο γιατί τα πέντε κόμματα, πέραν από τα δύο μεγάλα, μαζί με μια μεγάλη σειρά οργανώσεων ή κινήσεων ενεργών πολιτών, δεν συγκρότησαν ή έστω και τώρα δεν συγκροτούν τον τρίτο πόλο πολιτικής δράσης και αντίδρασης, έναν τρίτο και ισχυρό πολιτικό χώρο, που θα επιτύχει να μην επέλθει λύση αρεστή στην Τουρκία, η οποία θα αποβεί σε βάρος της χώρας και του λαού.
Από κοινού θα μπορούν να επιφέρουν την αναγκαία και δυνατή αλλαγή στην πορεία που διατηρεί και ενισχύει την κατοχή και τα παρεπόμενά της, με τη βοήθεια της οικονομικής καταστροφής που δεν ήλθε τυχαία και καθιερώνει το αβέβαιο πολιτικό μέλλον του τόπου και του λαού. Αν στα προηγούμενα χρόνια δεν πέτυχε η κοινή πορεία, δεν μπορεί τούτο να αποτελεί αιτία για νέα ανάλογη αποτυχία, όταν «ψηλαφούμε» τους επικείμενους κινδύνους που εκπέμπει όχι μόνο η ρητορική του Ερντογάν, αλλά και η προώθηση νέων τετελεσμένων στην ίδια την υπό κατοχή ευρωπαϊκή, κατά τα άλλα, γη μας.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




