Για τον εθνάρχη Μακάριο, έχουν χυθεί τόνοι μελάνης. Από ένθερμους υποστηρικτές του, αλλά και από σφοδρούς επικριτές της πολιτικής του στο Κυπριακό και σε άλλα θέματα. Και ενώ, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, τον Δεκέμβριο του ’74, μετά τα δραματικά γεγονότα που, πρωτοστατούσης της Χούντας των Αθηνών, τον ανέτρεψαν το προηγούμενο καλοκαίρι, διεκήρυττε τον ανένδοτο αγώνα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, δυστυχώς έπεσε στην παγίδα του Αμερικανού απεσταλμένου Clifford και υπέγραψε το 1977 τις Συμφωνίες Κορυφής με τον Ραούφ Ντενκτάς.
Η Συμφωνία αυτή είχε τέσσερεις βασικούς πυλώνες: 1) Οι δύο πλευρές συμφωνούσαν να ιδρύσουν μιαν ανεξάρτητη, δικοινοτική, αδέσμευτη διπεριφερειακή ομοσπονδία. 2) Το έδαφος υπό τη διοίκηση έκαστης κοινότητος, θα οριζόταν βάσει της οικονομικής βιωσιμότητος/ παραγωγικότητος, αλλά και ιδιοκτησίας της γης (ιδού γιατί ίδρυσε το 2005 ο μ. Ντενκτάς, τη λεγόμενη Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας, μετά την υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη κατά Τουρκίας). 3) Η ελευθερία διακίνησης, εγκατάστασης, το δικαίωμα περιουσίας και ορισμένα εξειδικευμένα θέματα, έμεναν σε εκκρεμότητα… 4) Οι εξουσίες /αρμοδιότητες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, συμφωνήθηκε ότι θα διασφάλιζαν την ενότητα της χώρας, στο πλαίσιο του δικοινοτικού αυτού μορφώματος…
Αλλά ήταν ικανοποιημένος ο Μακάριος με την υπογραφή του, κάτω από τέτοια ασαφή, εν πολλοίς, συμφωνία;
Μετά από έρευνα, βρίσκουμε μια δήλωση του τότε πρέσβη της Ελλάδος στο νησί, Μιχάλη Δούντα, στις 3 Αυγούστου του 1990, κατά την 13η επέτειο θανάτου τού Αρχιεπισκόπου: «Ο Μακάριος παραδέχθηκε αυθόρμητα και απερίφραστα ότι υπήρξε σφάλμα του η Συμφωνία εκείνη. Και μου εκμυστηρεύτηκε ότι επροτίθετο να αναθεωρήσει γενικά την επί του Κυπριακού πολιτική του, επανερχόμενος στην ασυμβίβαστη αγωνιστική γραμμή!..».
Δεν επιθυμούμε να επικρίνουμε την πολιτική του εθνάρχη, διότι ως άνθρωπος ήταν φυσικό να διαπράξει και λάθη. Εδώ επιχειρούμε μια καλόπιστη κριτική, προς ενημέρωση των νεαρών Ε/κ συμπατριωτών μας, που δεν έζησαν την εποχή εκείνων των κρίσιμων εξελίξεων ή παγιδεύσεων από τρίτους.
Αξίζει, επίσης, να αναφέρουμε και την επίδραση της ιδιότητός του -ως Θρησκευτικού ηγέτη- των Κυπρίων Ελλήνων: Τον Νοέμβριο του 1959 (συμπτωματικά, χρονολογία γέννησης του γράφοντος), μιλώντας στην αντιπροσωπία Ηθικού Επανοπλισμού, δήλωσε: «Επιθυμώ όπως η Κύπρος καταστεί πρότυπον κράτος… Μία χώρα κυβερνωμένη υπό του Θεού!..».
Επαναλαμβάνω: Ως θνητός, ήταν φυσικό να έχει τις απόψεις του. Και ως αρχηγός του Κράτους, να τις εφαρμόζει. Χωρίς να θέλουμε να τον υποβαθμίσουμε. Διότι, ήταν, και παραμένει και σήμερα εν έτει 2016, ένας αδιαμφισβήτητα γενναίος πολιτικός, που στη σκέψη του και στην καρδιά του προείχε το εθνικό συμφέρον της Κύπρου μας.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




