Κρίμα! Δεν είναι καλοκαιράκι να καβαντζάρουμε τον Τσουγκριά τον μεγάλο κι ύστερα τον μικρό, νησάκια σαν βυζανιάρικα στην αγκαλιά της Σκιάθου και να πνιγούμε στο ζαχαρί της αμμουδιάς, στο σμαραγδί της θάλασσας. Κάνει κρύο στην προκυμαία, μας χαϊδεύει το μαρμάρινο βλέμμα σου κι η αράδα στην προτομή σου «Σαν να ’χαν τελειωμό τα πάθια του κόσμου». Του κόσμου που ζούσε σ’ αυτό τον παράδεισο που τον δέρνουν οι βοριάδες και ταίρι του στην ομορφιά «τ’ αδυνάτου να βρεθεί», όπως το ’λεγες.
Σαν να σε βλέπουμε παιδάκι να ζωγραφίζεις αγίους, να παλεύεις στο ψαλτήρι και να σου κεντάνε την ψυχή τα πάθια της φτώχιας, της ερημιάς των ανθρώπων του νησιού. Καιροί κι εκείνοι! Να μπεις σε καράβι, σιγουριά καμιά να φτάσεις κάπου. Μα εσύ να τα θέλεις τα ρημάδια τα γράμματα, να τα παλεύεις, μια στη Βαρβάκειο, μια στη Φιλοσοφική, να μάθεις και καμιά γλώσσα, να γράφεις στίχους κι ύστερα «κωμωδίας» ώς την ώρα που «Η μετανάστις», το πρώτο σου μυθιστόρημα, κι ύστερα «Οι έμποροι των εθνών» βγάζουν απ’ την ψυχή σου αγκάθια. Α, και να ψέλνεις τον Άγιο Ελισσαίο, και να σεργιανάς τα βράδια στου Ψυρρή, στο Μοναστηράκι κι ανάρια και πού να χαίρεσαι την παρέα στη Δεξαμενή, πνευματικό στέκι της εποχής.
Συνεργασίες και προοπτικές και προτάσεις από εφημερίδες, μα για σένα τα λίγα ήταν πολλά. Κοσμοκαλόγερο δεν σ’ είπαν τυχαία, αφού τη ζωή σου τη διάβηκες μονάχος και αδέκαρος, με μόνη έννοια ν’ αφήσεις ζωγραφιές, ποίηση και καταγραφές στη γλαφυρή τη γλώσσα σου, την καθαρεύουσα της εκκλησιάς, ζωντανούς στην αιωνιότητα τους ανθρώπους του νησιού σου: Τη θειά Αχτίτσα, τη σταχομαζώχτρα που παλεύει, θεριό μοναχό, ν’ αναστήσει τα ορφανά της κόρης της. Κι απ’ την άλλη, τη γριά Γιαννού, κόρη μάγισσας και μάνα φονιά, που έψαχνε το παλληκαροβότανο να μην γεννιούνται κορίτσια που θα ’ρχονταν στον κόσμο να ζήσουν τη βασανισμένη ζωή των γυναικών, κι όταν γεννιούνταν τα ’πνιγε.
Στρίβουμε το στενό, τα ξύλινα σκαλοπάτια μάς ανεβάζουν στην κάμαρά σου. Εκεί στη γωνιά πρωτοείδες το φως, 4 Μάρτη 1851, χαρά του Διαμαντή (Παπαδιαμάντη τον είπανε σαν φόρεσε το ράσο) και της Αγγελικής (Γκιουλιώ τη φωνάζανε). Εδώ ο σοφάς που έγερνες για ύπνο, εκεί τα γυαλιά σου και η λάμπα. Προσκύνημα. Κι ας πέρασαν 165 χρόνια. Σαν να ’ναι χθες που ζωντάνεψες τη σπηλιά της Φόνισσας, το εκκλησάκι ψηλά «Στο Χριστό στο Κάστρο», θαρρείς οι ψαλμωδίες των Χριστουγέννων σού γλυκαίνουν την ψυχή, Ασέληνος, Της Γριάς το πήδημα, στην άλλη μεριά, μέσα στο βαθύσκιο δάσος η Παναγιά η Κουνίστρα (εικονίστρα την ήθελες εσύ), μοναστήρι σαν ζωγραφιά μικρό, πνιγμένο στο πράσινο.
Πέφτει το σούρουπο λίγο-λίγο, σεργιάνι μόλις βραδιάσει, τα πυροφάνια και οι τράτες ξεκινούν μ’ αναμμένα φώτα, θα φέρουν πρωί-πρωί λαχταριστούς σπάρους και ορφούς και χταπόδια, που θα τ’ απλώσουν σε σκοινιά στην παραλία να στεγνώσουν, «μελίχλωρα» τα λένε, μεζές για το ουζάκι που και εσένα σ’ άρεσε. Άλλη μια χρονιά είμαστε, με την ψυχή μόνο και τη σκέψη, τι κρίμα, κοντά σου. Στην καθαρότητα της ψυχής των απλών ανθρώπων, στο συνταίριασμα του γλαυκού και του λευκού της θάλασσας, που την έτρεμες μα και τη λάτρευες σαν ερωμένη για όσα γέννησε στην παιδεμένη ψυχή σου. «Σαν να ’χαν τελειωμό τα πάθια του κόσμου και τα δικά σου, της μοναξιάς, της φτώχιας, της ταπεινότητας και της ντροπαλοσύνης σου.
Καληνύχτα, κυρ-Αλέξανδρε.




