Ο ισχυρισμός ότι θα συνεχίσουν να δεσμεύουν τη νέα Κύπρο οι διεθνείς συνθήκες που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν είναι σοβαρό επιχείρημα

Ένα από τα πλέον σοβαρά ζητήματα που θα καθορίσουν την απόφασή μας αν θα αποδεχτούμε ένα προτεινόμενο σχέδιο λύσης ή αν θα το απορρίψουμε, είναι το θέμα της συνέχισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όλοι συμφωνούν πως αποτελεί όρο απαράβατο ότι η νέα δομή που θα συμφωνηθεί δεν θα δημιουργεί ένα νέο κράτος αλλά θα αποτελεί συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μάλιστα, ακόμα και ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, που στηρίζουν απόλυτα την πολιτική του Προέδρου στις διαπραγματεύσεις, έχουν κατ’ επανάληψιν διαβεβαιώσει ότι δεν θα υποστηρίξουν μια συμφωνία, η οποία δεν θα διασφαλίζει τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπάρχει, όμως, μια σοβαρή και πολύ ουσιαστική διαφωνία επί του συγκεκριμένου ζητήματος μεταξύ αυτών που στηρίζουν την πολιτική του Προέδρου στις διαπραγματεύσεις (ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ) και των υπολοίπων. Η διαφωνία αυτή άπτεται του τρόπου με τον οποίο η πλευρά μας θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η νέα Κύπρος θα αποτελεί συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Πρόεδρος, ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος της 11.2.2014, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι (α) η νέα Κύπρος δεν θα χρειαστεί να υποβάλει νέα αίτηση για ένταξη στην Ε.Ε. και στα Η.Ε. και (β) οι διεθνείς συνθήκες που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσουν να δεσμεύουν και τη νέα Κύπρο, είναι παράγοντες που διασφαλίζουν ότι η νέα Κύπρος θα αποτελεί συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά συνέπειαν, θέση αυτής της σχολής σκέψης είναι ότι, αφού δεν υπάρχει συναντίληψη με την τ/κ πλευρά επί του θέματος, αφού αυτοί υποστηρίζουν ότι η νέα Κύπρος δεν θα αποτελεί συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά θα είναι ένα νέο κράτος, δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε σε ρητή αναφορά στη συμφωνία λύσης διότι, έτσι, θα προκαλέσουμε αδιέξοδο στις συνομιλίες.

Σε αντιδιαστολή, η άλλη άποψη είναι ότι, ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι σε περίπτωση κρίσης οι Τ/κ και η Τουρκία θα υποστηρίζουν ότι η νέα Κύπρος δεν αποτελεί συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και θα επικαλούνται και αυτοί το κοινό ανακοινωθέν, όπως πράττουν και τώρα, και δεδομένης της σύγχυσης που επικρατεί στο διεθνές δίκαιο αναφορικά με το πότε ένα κράτος θεωρείται ως συνέχεια του υφιστάμενου και πότε θεωρείται ως νέο κράτος που διαδέχτηκε το προηγούμενο, θα πρέπει οπωσδήποτε το θέμα αυτό να ξεκαθαρίζεται ρητά στην οποιαδήποτε συμφωνία λύσης.

Δεν είναι σκοπός του άρθρου αυτού να εξετάσει το κατά πόσον το κοινό ανακοινωθέν ξεκαθαρίζει το θέμα όπως ισχυρίζεται ο Πρόεδρος και οι υποστηρικτές του. Ούτε είναι σκοπός του άρθρου αυτού να εξετάσει πόσο δεσμευτικές μπορεί να είναι οι υποσχέσεις του Γ.Γ. των Η.Ε. και οιωνδήποτε τρίτων, ότι δεν θα χρειαστεί να υποβληθεί νέα Αίτηση για ένταξη της νέας Κύπρου στα Η.Ε. ή στην Ε.Ε., δεδομένου ότι η απόφαση επί αυτών των θεμάτων είναι συλλογική και λαμβάνεται από τα αρμόδια σώματα αυτών των οργανισμών και όχι από μεμονωμένες χώρες ή άτομα. Όμως, και αν ακόμα, για χάρη συζήτησης, αποδεχτώ (α) την θέση ότι το κοινό ανακοινωθέν περιέχει στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η νέα Κύπρος θα αποτελεί συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και (β) ότι η νέα Κύπρος δεν θα υποβάλει ξανά αίτηση για ένταξη στα Η.Ε. και στην Ε.Ε., και πάλι, έχω την άποψη ότι είναι απαραίτητο όπως το θέμα ξεκαθαρίζεται ρητά στην οποιαδήποτε συμφωνία λύσης.

Η πιο πάνω θέση μου εδράζεται στο γεγονός ότι όλα τα συγγράμματα του δημόσιου διεθνούς δικαίου θεωρούν το θέμα της διαδοχής κρατών (ή συνέχισης κρατών) ως ένα από τα πιο προβληματικά του συγκεκριμένου νομικού τομέα, διότι (α) δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στον Καταστατικό Χάρτη των Η.Ε. επί του θέματος και (β) λόγω των πολιτικών συμφερόντων, δεν υπήρχε ομοιομορφία στις αποφάσεις των οργάνων των Η.Ε. στις διάφορες περιπτώσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν μέχρι σήμερα (Ινδία-Πακιστάν, Σοβιετική Ένωση, Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία, Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, Δυτ.- Ανατ. Γερμανία κ.ά.).

Όλα τα σχετικά συγγράμματα σημειώνουν το πρόβλημα της παρείσφρησης στρατηγικών/πολιτικών συμφερόντων στις αποφάσεις των οργάνων των Η.Ε., που δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τους παράγοντες που καθορίζουν πότε ένα κράτος αντιμετωπίζεται ως συνέχεια του προηγούμενου και πότε αντιμετωπίζεται ως νέο κράτος. Όσον, δε, αφορά τον ισχυρισμό ότι επειδή θα συνεχίσουν να δεσμεύουν τη νέα Κύπρο οι διεθνείς συνθήκες που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία, αυτό συνιστά ένδειξη ότι η νέα Κύπρος θα αποτελεί συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτό δεν είναι σοβαρό επιχείρημα, δεδομένου ότι το Άρθρο 17 της Συνθήκης της Βιέννης περί της Διαδοχής Κρατών σε Διεθνείς Συμβάσεις προβλέπει ότι αυτό συμβαίνει ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δημιουργείται ένα νέο κράτος, που δεν αποτελεί συνέχεια προηγούμενου κράτους.

Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι γνωματεύσεις διεθνούς εμβέλειας νομικών, που επικαλούνται το ΑΚΕΛ και το Προεδρικό για να υποστηρίξουν ότι δεν χρειάζεται ρητή αναφορά στη συμφωνία λύσης, δεν δίδουν ξεκάθαρη απάντηση επί του θέματος αλλά βασίζονται σε μια σειρά προϋποθέσεων για να καταλήξουν στο συμπέρασμά τους. Άλλο τόσο σίγουρος είμαι και για το γεγονός ότι και οι Τούρκοι έχουν αντίστοιχες γνωματεύσεις, αλλά με αντίθετα συμπεράσματα, αφού το πεδίο είναι τόσο ασαφές, που επιτρέπει σε όλους να επιλέγουν τα στοιχεία που τους βολεύουν για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Αναπόδραστα, λοιπόν, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι, αν πράγματι εννοούμε ότι το θέμα της συνέχισης της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί κόκκινη γραμμή και ότι θα πρέπει η λύση να διασφαλίζει τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο: με την ενσωμάτωση ρητής αναφοράς περί τούτου στη συμφωνία λύσης. Διαφορετικά, όχι μόνο εμπαίζουμε τον κόσμο, αλλά παίζουμε και την επιβίωση του Ελληνισμού σ’ αυτόν τον τόπο κορώνα-γράμματα.

ΠΑΡΙΣ ΣΠΑΝΟΣ
Δικηγόρος, LL.M. (Cantab) στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο