Πολλά έχουν λεχθεί για την έκταση του δικαιώματος που παρέχει το Σύνταγμα περί την «ασυλία» που έχουν και οι βουλευτές. Μέχρι και μελέτη για συνταγματική τροποποίηση της έκτασης της ασυλίας προβλήθηκε ως ένα ενδεχόμενο. Όλα αυτά στο πλαίσιο της απαξίωσης προς συμπεριφορές ή ενέργειες πολιτικών που δεν γίνονται πλέον αποδεκτές. Πρέπει όμως να μη διαλάθει της προσοχής το γεγονός ότι η Κυβέρνηση - Γενικός Εισαγγελέας, για χρόνια πολλά, «ανέχονται» να παραμένει μια συνταγματική πρόβλεψη ανενεργός (Άρθρο 150) και τούτο όχι τυχαία, αλλά ως σιωπηρή μεθόδευση των εκάστοτε ευρισκομένων στην εξουσία, ώστε να μη διώκονται ποινικά ως υπεύθυνοι, όταν δεν συμμορφώνονται και περιφρονούν τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί διοικητικών διαφορών.

Όπως είναι γνωστό, το Σύνταγμά μας εισήγαγε ένα άγνωστο κατά το προ του 1960 αποικιοκρατικό καθεστώς, δικαίωμα στον πολίτη να μπορεί επί ίσοις όροις ως διάδικος να αμφισβητεί, με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος, τη νομιμότητα κάθε απόφασης, όλων των διοικητικών οργάνων.

Με την αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα, η δικαστική εξουσία, με τις αποφάσεις της, επιφέρει τομή δικαίου, όχι μόνο των διοικητικών αποφάσεων, αλλά και των νόμων και κανονισμών επί των οποίων στηρίζονται οι διοικητικές αποφάσεις. Κάθε δε δικαστική απόφαση διαμορφώνει υποχρέωση για ενεργό συμμόρφωση. Η υποχρέωση αυτή που δεσμεύει κάθε Αρχή, όργανο ή πρόσωπο, συνδέεται πρόσθετα με τη σαφή πρόνοια του Άρθρου 150 του Συντάγματος, που προέβλεψε την εξουσία για «...ποινές ένεκεν περιφρόνησης» της δικαστικής απόφασης.

Όμως η πρόνοια αυτή για τιμωρία σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, όπως κρίθηκε δικαστικά, προϋποθέτει νομοθετική περί τούτου ρύθμιση ή πρόβλεψη.

Αυτό κρίθηκε από το 1991. Έκτοτε όμως και για 24 τώρα χρόνια η Πολιτεία αδιαφόρησε ή παρέμεινε αδρανής, και δεν προώθησε νομοθεσία με βάση την οποία να είναι δυνατή η αναζήτηση τιμωρίας κάθε υπεύθυνου, για μη συμμόρφωση. Παρήχθη, δηλαδή, ως πρακτική το ακαταδίωκτο επί περιφρόνησης των ακυρωτικών αποφάσεων και έτσι δεν υπάρχει εξαναγκασμός σε συμμόρφωση προς το δίκαιο, που η δικαστική απόφαση διαμόρφωσε ακυρώνοντας μια απόφαση της διοίκησης.

Γιατί όμως επιλέγηκε αυτή η τακτική; Μήπως η καθυστέρηση και το κενό αυτό βοήθησαν στην αξιοκρατία και/ή στη σύννομη δράση των διοικητικών οργάνων; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Μήπως, η καθυστέρηση αυτή κατέστησε τη διοίκηση περισσότερο ανεξέλεγκτη στις αποφάσεις της ή αλαζονική και αυθαίρετη, αφού η ατιμωρησία της είναι δεδομένη; Μήπως βολεύει στις μη αξιοκρατικές επιλογές ή μεθοδεύσεις η αδυναμία τιμωρίας των όσων περιφρονούν τις δικαστικές αποφάσεις; Η απάντηση, σαφώς καταφατική. Τελικό συμπέρασμα, αποτελεί μύθο ότι, με τη δικαστική απόφαση σε διοικητική διαφορά, επιτυγχάνει ο πολίτης πλήρη δικαίωση διά της προσφυγής με την οποία πέτυχε την εξαφάνιση μιας παράνομης ή πάσχουσας διοικητικής απόφασης που τον επηρέασε;

Για την ιστορία, αναφέρω ότι το 2003, ταυτόχρονα περίπου με την ανάληψη των καθηκόντων μου ως βουλευτή, κατέθεσα σχετική πρόταση Νόμου, ως εκπλήρωση προεκλογικής εξαγγελίας του αείμνηστου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου, την οποία μετά από σειρά συζητήσεων στην Επιτροπή Νομικών, αφού αναζητήθηκε και η άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετατράπηκε σε Νομοσχέδιο με περίπου το ίδιο περιεχόμενο. Νομοσχέδιο, όμως, που αιφνίδια αποσύρθηκε! Έτσι η υπεροχή του Νόμου και ο σεβασμός του δεδικασμένου, με τη δυνατότητα τιμωρίας όσων περιφρονούν τις ακυρωτικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έμειναν έκτοτε στα αζήτητα.

Το βέβαιο είναι ότι η κατάσταση αυτή, όσο παρατείνεται, υποσκάπτει θεσμούς συνταγματικούς, αξίες δικαίου και πλήττει την εμπιστοσύνη του κοινού όχι μόνο στη διοίκηση, αλλά και τη σημασία της δικαστικής απόφασης. Πρόσθετα, ενθαρρύνει την κατάχρηση εξουσίας, η οποία δεν αισθάνεται να υπάρχει φραγμός στις ενέργειές της και ταυτόχρονα «διαπαιδαγωγεί» τον κάθε πολίτη σε διεκδικήσεις ή μεθόδους έξω και/ή αντίθετες στον Νόμο (ρουσφέτι) και την έννοια της χρηστής διοίκησης.

Το ΕΔΑΔ έχει κρίνει με πολλές αποφάσεις του ότι η τιμωρία των οργάνων ενός Κράτους, όταν δεν συμμορφώνονται προς ακυρωτικές αποφάσεις των Εθνικών Δικαστηρίων, είναι μορφή ισοπολιτείας και επιβεβαίωση του Κράτους Δικαίου. Προφανώς, η ανάγκη ψήφισης περί το θέμα τούτο νομοθεσίας είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε η διοίκηση να αισθάνεται ότι, ανά πάσα στιγμή, είναι υπόλογος σε τιμωρία σε περίπτωση μη υποταγής της ή παρακοής της έναντι δικαστικών αποφάσεων διοικητικού δικαίου. Πρόσθετα, η ύπαρξη τέτοιας νομοθεσίας θα καταστήσει τη Διοίκηση πραγματικά χρηστή, κατάσταση απαραίτητη, ιδιαίτερα σε ένα Κράτος που διεκδικεί δικαίωση, με μόνο βέβαιο και ασφαλές στήριγμα το δίκαιο και τη νομιμότητα.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος