Ανοικτή επιστολή προς τους Βουλευτές της κυπριακής Βουλής
Αναμένουμε ότι οι Βουλευτές, οι οποίοι θα κληθούν να εκπροσωπήσουν και εκφράσουν τη θέληση του λαού, μετά τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, θα επανορθώσουν το σφάλμα
Εντιμότατοι κ.κ. Βουλευτές,
Υπακούοντας σε ισχυρή επιταγή της ιερατικής μας συνείδησης εκφράζουμε την εντονότατη διαμαρτυρία μας προς τους Βουλευτές της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι οποίοι με την ψήφο, που τους εμπιστεύθηκε ο λαός μας, προέβησαν προσφάτως στη, διά νόμου, θεσμοθέτηση του λεγόμενου «συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων». Συνάμα εκφράζουμε τον ειλικρινή έπαινό μας προς τους δεκατρείς Βουλευτές, οι οποίοι με ευτολμία και παρρησία αντιστάθηκαν και αρνήθηκαν να γίνουν συνεργοί στην ψήφιση ενός νόμου, ο οποίος ευρίσκεται σε κατάφωρη αντίθεση με την αυθεντική θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας και τις αξίες υπέρ των οποίων θυσιάσθηκαν οι ήρωές του, στους υπέρ ελευθερίας της πατρίδας αγώνες.
Το επιχείρημα ότι η πολιτεία, με τον εν λόγω νόμο, έρχεται να προστατεύσει τα αναφαίρετα σχετικά με την σεξουαλική ζωή δικαιώματα των ομοφυλοφίλων είναι ολότελα αβάσιμο, απατηλό και παραπλανητικό. Είναι γνωστό ότι κανένας νόμος του κράτους δεν απαγορεύει την ομοφυλοφιλική σεξουαλική πράξη μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, έστω και αν αυτή είναι σοβαρότατη αμαρτία, κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, στην οποία, κατά συντριπτική πλειοψηφία, ανήκουν οι Έλληνες πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, οι ισχύοντες διατάξεις του Αστικού Δικαίου (νόμος περί συμβάσεων, περί διαθήκης και διαδοχής, περί ακινήτων κ.λπ.) δίνουν στους πιο πάνω τη δυνατότητα να ρυθμίσουν, αν θέλουν, τις μεταξύ τους περιουσιακής φύσεως σχέσεις, καθώς και τα κληρονομικά τους και άλλα δικαιώματα.
Το περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων επιχείρημα ήταν, πιστεύουμε, απλώς το προκάλυμμα, για να συντελεσθεί ένα τεραστίων διαστάσεων και απροβλέπτως μεγάλων συνεπειών ανοσιούργημα σε βάρους του λαού και ιδίως των νέων μας. (Σοβαρότατο δε ηθικό πλήγμα δέχονται και αυτοί οι ίδιοι οι «επιδιώκοντες την απατηλή ομοφυλοφιλική συντροφικότητα» αδελφοί μας, τους οποίους, βέβαια, ως πρόσωπα αγαπούμε, συνάμα όμως μαζί τους πάσχουμε, νιώθοντας συνυπεύθυνοι για το μεγάλο τους ολίσθημα). Μια ανίερη λοιπόν ανατροπή συντελέστηκε στον χώρο της έννομης τάξης και κατ’ επέκταση στο αξιακό οικοδόμημα της κοινωνίας μας.
Διότι με το εν λόγω νομοθέτημα ένας «παρά φύσιν» (όπως η ίδια η ιατρική παραδέχεται, βλ. ενδ. Ν. Κ. Ρασιδάκι, Στοιχεία Ψυχιατρικής, Αθήνα 1979, σ. 281) τρόπος σεξουαλικής συμπεριφοράς, ο οποίος μέχρι τώρα τελούσε υπό την ανοχή της πολιτείας, λαμβάνει πλέον νομικό κύρος και αξία και προβάλλεται ως θεσμός (!) ισότιμος με άλλους φυσικούς, ιερούς και συνταγματικά κατοχυρωμένους θεσμούς, ως ο γάμος και η οικογένεια, που είναι τα θεμέλια της φυσικής επιβίωσης, «συντήρησης και προαγωγής» κάθε κοινωνίας.
Διότι είναι άλλο «πράγμα» ένας «παρά φύσιν» και κοινωνικά μη αποδεκτός τρόπος ζωής να τελεί υπό τη σιωπηρή ανοχή της συντεταγμένης πολιτείας και εντελώς διαφορετικό πράγμα, ο τρόπος αυτός ζωής να ανάγεται σε έννομο αγαθό και να προβάλλεται ως θεσμός, με αναπόφευκτη συνέπεια να προκαλείται σύγχυση στη συνείδηση των πολιτών και δη των παιδιών και εφήβων (των οποίων ο ψυχισμός και η προσωπικότητα ευρίσκονται ακόμη υπό διάπλαση), περί του τι είναι φυσικό και τι αντίθετο με τη φύση.
Όπως ακριβώς, για να αναφέρουμε παρόμοια παραδείγματα, είναι άλλο «πράγμα» κάποιες δραστηριότητες να μην διώκονται μεν ποινικά, έστω και αν κοινωνικά είναι αποδοκιμαστέες (ως λ.χ. η ατομική χρήση [όχι εμπορία] ναρκωτικών ουσιών ή παιδικής πορνογραφίας) και εντελώς διαφορετικό και συνάμα ανατρεπτικό της έννομης τάξης πράγμα, οι πιο πάνω συμπεριφορές να περιβληθούν με νομικό κύρος και να αναχθούν σε θεσμούς (με την ψήφιση λ.χ. νόμου «περί συμφώνου συμβίωσης» χρηστών κοκαΐνης [!] ή καθ’ έξιν καταναλωτών παιδικής πορνογραφίας [!]).
Και όπως οι τελευταίοι χρήστες επ’ ουδενί δεν θα ωφεληθούν από τέτοια παράδοξα νομοθετήματα, αλλά αντίθετα, έχοντας πλέον όχι μόνο την κάλυψη αλλά και την πανηγυρική αναγνώριση από το επίσημο κράτος, θα αυξήσουν μάλλον παρά θα μειώσουν τις ως άνω δραστηριότητες, επί σοβαρή βλάβη της ατομικής τους και δημόσιας υγείας, ομοίως, κατ’ αναλογίαν, και η θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων θα οδηγήσει σε περαιτέρω «νάρκωση» της ηθικής τους συνείδησης και θα εδραιώσει τις «παρά την φύσιν» πρακτικές (βλ Προς Ρωμαίους 1, 26-27) μ’ όλες τις δυσμενείς συνέπειες για την ψυχοσωματική τους υγεία.
Το γεγονός δε ότι η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν επιδοκιμάζουν τις ομοφυλικής φύσεως σεξουαλικές πρακτικές και «συμβιώσεις» και κατ’ επέκτασιν, δεν θα ήθελαν αυτές να λάβουν νομικό κύρος, να προβληθούν ως δήθεν «κατά φύσιν» και να αναχθούν σε θεσμό, αποδεικνύεται περίτρανα με μια πολύ εύκολη δημοσκοπική ανίχνευση του κοινού αισθήματος, τα αποτελέσματα της οποίας δεν θα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει. Ας υποβληθεί λοιπόν στους πολίτες κάθε ηλικίας το εξής απλό ερώτημα: Θα θέλατε ο γιος σας ή η θυγατέρα σας, ο αδερφός ή η αδερφή σας, ο πατέρας ή η μητέρα σας, ο εγγονός ή η εγγονή σας να ήταν ομοφυλόφιλοι; Το ότι οι απαντήσεις κατά συντριπτική πλειοψηφία θα είναι αρνητικές κανένας, νομίζουμε, δεν θα το αμφισβητήσει.
Αναμένουμε λοιπόν ότι οι Βουλευτές, οι οποίοι θα κληθούν να εκπροσωπήσουν και εκφράσουν τη θέληση του λαού, μετά τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, θα επανορθώσουν το σφάλμα και θα προχωρήσουν άμεσα σε πανηγυρική κατάργηση ενός νόμου ο οποίος, εκτός των άλλων, ευρίσκεται σε κατάφωρη αντίθεση με το κοινό αίσθημα, αλλά και τις αξίες και τα έννομα αγαθά, τα οποία το Σύνταγμα κατοχυρώνει και υπέρ των οποίων θυσιάστηκαν οι ήρωές μας, πάνω στα ιερά κόκκαλα των οποίων θεμελιώθηκε πριν από 56 χρόνια η ελευθερία της πατρίδας.
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ Π. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ιερό Εξωκκλήσι Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στους Αγίους Τριμιθιάς




