Η παραδοχή της αναγκαιότητας ενός ξένου δικαστή είναι μια στρέβλωση αυτού του (δήθεν) βιώσιμου μοντέλου

Η συζήτηση περιστρέφεται συνήθως γύρω από την ασφάλεια και τις εγγυήσεις (ένα από τα βασικά συστατικά βιωσιμότητας του ομόσπονδου κράτους είναι η αδιαμφισβήτητη αρμοδιότητά του ως προς την άμυνα και την ασφάλεια χωρίς κηδεμόνες), το περιουσιακό και το εδαφικό (ακούγονται πολλά και διάφορα, ας ελπίσουμε πιστώνοντας παράλληλα τον Πρόεδρο με την κρίση και γνώση του λαού του ως προς το τι είναι έτοιμος να αποδεχθεί, πριν φέρει το όποιο σχέδιο σε δημοψήφισμα) που είναι αδιαμφισβήτητα τα βασικά μας θέματα, υπάρχουν όμως και κάποια άλλα τα οποία, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι εξίσου σημαντικά και τα οποία κατά περίεργο λόγο δεν μπαίνουν στη συζήτηση.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι οι πραγματικές δυνατότητες που μας προσφέρει η ιδιότητα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ένταξή μας το 2004 έγινε κάτω από το πρωτόκολλο 10, το οποίο επέτρεπε την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλυτο το κυπριακό πρόβλημα και υπάρχει αναστολή της εφαρμογής του κεκτημένου στα κατεχόμενα, διότι πολύ απλά δεν είναι κάτω από τον έλεγχο την νόμιμης κυβέρνησης. Το πρωτόκολλο 10 επίσης προβλέπει ότι σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού, θα ενταχθεί και θα ενεργοποιηθεί η εφαρμογή του κεκτημένου και στο υπόλοιπο κομμάτι.

Δεν θα κάνουμε δηλαδή νέα αίτηση για να γίνουμε κράτος-μέλος και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι από μόνο του παραπέμπει στη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, το κράτος που έγινε μέλος το 2004 και με την ίδια βάση συνεχίζει. Αυτήν τη ρύθμιση, που καθορίζεται ξεκάθαρα από το πρωτόκολλο 10, η τουρκοκυπριακή (τουρκική) πλευρά δεν την αποδέχεται, ισχυριζόμενη ότι θα πρέπει να κάνουμε ξανά αίτηση.

Το δεύτερο αίτημα της τουρκικής πλευράς είναι να υπάρχει πρωτογενές δίκαιο, δηλαδή όποια λύση βρούμε να γίνει κομμάτι των συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτως ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η νομιμότητά του με αναφορά στο τι προνοούν οι κανόνες λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό δεν το δέχεται η δική μας πλευρά και δεν πρέπει να συμβιβαστεί στο συγκεκριμένο. Υπάρχουν νομοθετήματα σαφώς υπέρ μας. Σε αυτά τα δύο σημεία φαίνεται ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει την τουρκική πλευρά, φτάνει φυσικά να μην υποχωρήσουμε εμείς.

Ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η σύνθεση των δικαστηρίων, εάν δούμε τα σχέδια με όλες τις εισηγήσεις που αφορούν στο Κυπριακό, όλα μιλούν για ομοσπονδιακά δικαστήρια, στα οποία τη νικώσα ψήφο, σε περίπτωση ισοψηφίας, θα την έχει αλλοδαπός δικαστής. Αυτό ήταν το σύστημα στο Σύνταγμα του 1960, που θεωρώ ως άκρως προβληματικό για πολλούς και διάφορους λόγους.

Πρώτον, το 1963, που είχαμε αυτήν τη δομή, ο πρόεδρος του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου ήταν Γερμανός και ο πρόεδρος του ανωτάτου ήταν Καναδός. Αυτοί παραιτήθηκαν από το καλοκαίρι του 1963, βλέποντας την καταιγίδα που ερχόταν. Τα δικαστήριά μας δηλαδή έπαψαν να λειτουργούν πολύ πριν αποχωρήσουν οι Τουρκοκύπριοι, διότι αποχώρησαν πρώτοι από όλους οι αλλοδαποί δικαστές, άρα έχουμε ένα πολύ κακό προηγούμενο. Δεύτερον, είναι θέμα αρχής, κατά πόσον κάποιος μπορεί να κάνει αποδεχτό να ερμηνεύει το σύνταγμα σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση, όπως η δική μας, κάποιος ο οποίος δεν είναι Κύπριος πολίτης.

Μια τέτοια διευθέτηση, όπου οι δικαστές προερχόμενοι από άλλα κράτη να συμμετέχουν σε συνταγματικά δικαστήρια άλλων κρατών μπορούμε να εντοπίσουμε στην Ουγκάντα, στα νησιά του Σολομώντα, στα νησιά Φίτζι και στη Βοσνία, όχι όμως σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελάχιστη κουβέντα γίνεται επί τούτου, θεωρείται δεδομένο, περίπου σε όλα τα σχέδια που έχουμε, ότι πρέπει να υπάρχει αλλοδαπός δικαστής.

Αν υποθέσουμε ότι έχουμε έξι δικαστές στο συνταγματικό δικαστήριο (τρεις από την κάθε κοινότητα), σε ενδεχόμενη ισοψηφία φέρνουμε έναν ξένο, αλλοδαπό δικαστή που θα είναι ο έβδομος, προκειμένου να μας βγάζει από το αδιέξοδο. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ευθύς εξ αρχής ότι οι δικαστές θα ψηφίζουν με κοινοτικά κριτήρια, ανάλογα με την καταγωγή τους. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: εάν είναι αυτός ο φόβος των αδιεξόδων που μας οδηγεί στην επιλογή να έχουμε ξένους δικαστές για να λειτουργούν τα δικαστήρια, τα υπόλοιπα όργανα πώς θα δουλέψουν;

Ή μήπως θα μισθώνουμε ξένους δικαστές να μας λύνουν όλα τα αδιέξοδα που θα προκύπτουν; Υπάρχει ένα συμβολικό αλλά, κατά την άποψή μου, ουσιαστικότατο θέμα. Η παραδοχή της αναγκαιότητας ενός ξένου δικαστή είναι μια στρέβλωση αυτού του (δήθεν) βιώσιμου μοντέλου που πάμε να δημιουργήσουμε, αφού αποδεχόμαστε εκ των προτέρων ότι ακόμα και στο επίπεδο της ερμηνείας των νόμων και των συνταγματικών κανονισμών, θα λειτουργούμε με το κοινοτικό κριτήριο και όχι έχοντας υπ' όψιν το καλό της ομοσπονδίας.

Προσωπικά, δεδομένης και της εμπειρίας του 1960, θεωρώ ότι εάν δεν ξεπεράσουμε αυτήν την ουσιαστική στρέβλωση, αυτόματα το υπόλοιπο θα είναι το ίδιο προβληματικό, που με μαθηματική ακρίβεια θα καταλήξει σε αδιέξοδο.
Συνέχεια στο επόμενο άρθρο…. «Δ.Δ.Ο. Νο. 8».

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α’ Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών