Το ζητούμενο πρέπει να είναι πώς θα δημιουργηθεί ένα κυπροκεντρικό σύστημα σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικών σχέσεων
Καθώς η συζήτηση για το θέμα των εγγυήσεων απορροφά μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος γύρω από τις διεργασίες στο Κυπριακό, δύο άλλα ζητήματα με άμεσες επιδράσεις στην πολιτική ασφάλειας και στις εξωτερικές σχέσεις του κυπριακού κράτους ίσως θα 'πρεπε να τύχουν της δέουσας προσοχής.
Τα ζητήματα αυτά αφορούν τους μηχανισμούς και, κυρίως, το κυρίαρχο δικαίωμα του «νέου» κράτους να διαμορφώνει και να ασκεί την πολιτική ασφάλειας και την εξωτερική του πολιτική. Κατ' αρχήν σχετικά με το θέμα των μηχανισμών διαμόρφωσης της πολιτικής του κράτους στους τομείς της ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, είναι αυτονόητο πως σε μια ομόσπονδη Κύπρο οι Υπηρεσίες αυτές θα είναι κοινές. Δηλαδή οι πολιτικές στους τομείς αυτούς θα συνδιαμορφώνονται και συναποφασίζονται από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους.
Συνεπώς το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι πώς οι υφιστάμενες δομές (τμήματα, υπηρεσίες, πρεσβείες κ.λπ), η οργάνωση, η στελέχωση και η διαδικασία λήψης αποφάσεων στα κρατικά όργανα που ασχολούνται με τα θέματα ασφάλειας και εξωτερικών υποθέσεων, θα αναδιαμορφωθούν και αναδιαρθρωθούν για να αντικατοπτρίζουν τα νέα δεδομένα που θα δημιουργηθούν;
Το δεύτερο ζήτημα αφορά την επιρροή που θα μπορούσε να ασκεί η Τουρκία -δεδομένης της στρατηγικής και των επιδιώξεών της- και λιγότερο η Ελλάδα, πάνω στην Κύπρο, μέσω των αντίστοιχων κοινοτήτων, περιορίζοντας τις δυνατότητές της να ασκεί ελεύθερα την πολιτική ασφάλειας και την εξωτερική της πολιτική. Μιλώντας ειδικά για την Τουρκία, είναι σίγουρο ότι δεν θα άρεσε στην Άγκυρα, η Λευκωσία να παίρνει θέσεις και να προωθεί πολιτικές που επηρεάζουν τη δική της ασφάλεια ή που αντικρούονται με τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της.
Υπό το πρίσμα της διαπίστωσης αυτής, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς: Ποια θέση θα έπαιρνε η ομόσπονδη Κύπρος κατά την πρόσφατη πτώση του ρωσικού αεροσκάφους από τουρκικά μαχητικά; Θα καταδίκαζε με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο που έκαμε τότε η Λευκωσία την ενέργεια αυτή; Θα συνομολογούσε όλες εκείνες τις διμερείς συμφωνίες με το Ισραήλ, μετά που το Τελ Αβίβ τα τσούγκρισε το 2010 με την Τουρκία; Θα καταδίκαζε την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά προφανώς θα ήταν όχι, για να μη δυσαρεστηθεί η Τουρκία αλλά και γιατί δεν θα βρισκόταν πλέον σε αντιπαράθεση με την Άγκυρα στο Κυπριακό.
Το πρόβλημα, όμως, είναι τι είδους κράτος θα είναι αυτό εάν η διαμόρφωση και άσκηση της πολιτικής ασφάλειάς του και της εξωτερική τους πολιτικής καθοριζόταν όντως και καθοδηγείτο από τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της Τουρκίας ή άλλων εξωτερικών παραγόντων, ιδιαίτερα όταν αισθάνεται πως επιτάσσει το αντίθετο το εθνικό του συμφέρον;
Από τα πιο πάνω συνάγεται πως τόσο το θέμα της διάρθρωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών Ασφάλειας και Εξωτερικών Υποθέσεων όσο και το πρόβλημα των πιθανών επιρροών ή περιορισμών στη διαμόρφωση και άσκηση της πολιτικής του «νέου» κράτους, πρέπει να τύχουν της δέουσας σημασίας και προσοχής. Πρέπει έγκαιρα και εκ των προτέρων να προσδιοριστεί και συμφωνηθεί το πλαίσιο, οι προσανατολισμοί, οι στόχοι, οι δομές, η οργάνωση και οι διεργασίες διαμόρφωσης και άσκησης της πολιτικής του κοινού κράτους στις ανωτέρω Υπηρεσίες.
Πρέπει επίσης το ομόσπονδο κράτος να προβεί σε τέτοιες ρυθμίσεις που να κατανοεί μεν και να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα της Τουρκίας (και της Ελλάδας), αλλά να μην καθίσταται και υποχείριο εξωκυπριακών παραγόντων και πεδίο προστριβών μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ειδάλλως θα κινδυνεύουν να παραλύσουν οι σχετικές με τα θέματα αυτά πολιτικές του.
Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο πρέπει να είναι πώς θα δημιουργηθεί ένα κυπροκεντρικό σύστημα σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικών σχέσεων, που να μην αποτελεί πρόκληση ή απειλή για άλλες χώρες της περιοχής και που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και να εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα των Κυπρίων.
ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Τέως βουλευτής, ειδικός σε θέματα άμυνας και στρατηγικής




