Δ.Δ.Ο. Νο. 5

Πρέπει απαραιτήτως αυτό που διαπραγματευόμαστε να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο

Καταλήγοντας στο προηγούμενο άρθρο, υποστηρίξαμε ότι διζωνικότητα και δικοινοτικότητα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν ως όροι στο ομοσπονδιακό μοντέλο που επεξεργαζόμαστε, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η Κυβέρνησή μας θα αποσαφηνίσει, προς πάσα κατεύθυνση, ότι περιορίζονται στην απόλυτη και ασυμβίβαστη ερμηνεία που εμείς θα έπρεπε να τους είχαμε αδιαφιλονίκητα αποδώσει. Αφού αυτό γίνει, είπαμε επίσης ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε και να δώσουμε έμφαση στο τρίτο μέρος του τίτλου που κληρονομήσαμε (και κάναμε σημαία μας), την ομοσπονδία.

Αν υποθέσουμε όμως ότι ο ορισμός της διζωνικότητας και της δικοινοτικότητας είναι απόλυτα αυτό που εμείς θέλουμε, τούτο δεν σημαίνει εκ των προτέρων ότι θα έχουμε μια λειτουργική ομοσπονδία, διότι για να έχουμε μια ομοσπονδία όπως θα θέλαμε θα πρέπει να διασφαλιστούν πολλά άλλα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να συνυπάρχουν για να κάνουν βιώσιμο το όποιο μοντέλο.

Κατ' αρχήν τα ομοσπονδιακά μοντέλα είναι από τα ακριβότερα συστήματα διακυβέρνησης, και με τις ιδιαιτερότητες του δικού μας προβλήματος είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να γίνει οικονομικά βιώσιμο, ακόμα και με τους υδρογονάνθρακες που θα πληρώσουν τα χρέη, το κόστος της λύσης και θα συντηρήσουν τα τρία ξεχωριστά επίπεδα εξουσίας που θα προκύψουν. Είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο που θα μας απασχολήσει σε ένα μεταγενέστερο άρθρο. Η κατανομή εξουσιών και ρόλων είναι κάτι που απαιτεί συντονισμό, που είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα με τα δικά μας ιστορικά χαρακτηριστικά.

Ο συνταγματικός ανταγωνισμός και η διαφωνία θα είναι πολύ πιο έντονα στη δική μας περίπτωση, σε αντίθεση με τη Γερμανία, για παράδειγμα, που είναι 16 κρατίδια. Αυτή η ανταγωνιστικότητα θα οδηγήσει σε μια λειτουργικά έκρυθμη κατάσταση τη δικαστική εξουσία, η οποία θα κληθεί να λύσει όλα αυτά τα οποία θα προκύψουν. Κάποιος εύλογα θα μπορούσε να πει, «ωραία, ας κάνουμε το πλαίσιο λύσης όσο πιο ξεκάθαρο γίνεται, όσο πιο μεγάλος είναι ο βαθμός λεπτομέρειας τόσο το καλύτερο». Είναι όμως δυνατόν να περιγράψει κανείς εκ των προτέρων όλες τις περιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν;

Αυτό φαντάζει αδύνατο να γίνει, γιατί η ασάφεια είναι στη φύση του νομικού συστήματος. Κάποιοι θα την πουν εποικοδομητική, κάποιοι θα την πουν κάπως αλλιώς, δεν έχει σημασία. Είναι σε αυτά τα σημεία όμως που θα δοκιμαστεί αυτό που πάει να γίνει, κατά πόσον θα δουλέψει ή όχι. Η συζήτηση θεωρώ πως δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω χωρίς τα δύο πιο κάτω απαραίτητα συστατικά: την αρχή της αφοσίωσης και την έννοια της συνοχής.

Την αρχή της αφοσίωσης, στο συνταγματικό δίκαιο, τη βρίσκουμε σε όλα τα ομοσπονδιακά μοντέλα (γερμανικό, αυστριακό, αμερικανικό, βελγικό, κ.τ.λ.), που σημαίνει ότι τα ομόσπονδα μέλη (κρατίδια, πολιτείες, κ.τ.λ.) έχουν καθήκον αφοσίωσης στο ομόσπονδο κράτος. Αυτό και μόνο δρα ως καταλυτικός παράγοντας, καθοδηγώντας τα κρατίδια ως προς το πώς να λειτουργούν, καθορίζει δηλαδή ως βασικό σκοπό τους και αποστολή τους να υπηρετούν το σύνολο και όχι την κοινότητα που έχει το κρατίδιό τους.

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να υπάρχει, και είναι απόρροια του πρώτου, είναι η έννοια της συνοχής, που έχει να κάνει με την «αίσθηση του ανήκειν» (sense of belonging), να νιώθει ο καθένας δηλαδή ότι ανήκει όχι στο κρατίδιό του αλλά στο ομόσπονδο κράτος. Σχετικά πρόσφατα, ένα πολύ σύνθετο ομοσπονδιακό μοντέλο, του Βελγίου, το οποίο απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας (αφού οι τρεις οντότητες που αποτελούσαν το ομοσπονδιακό σύστημα δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους), όχι μόνο δεν κατάρρευσε αλλά προήδρευσε και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με προσωρινή κυβέρνηση, η οποία παρέμεινε στη θέση της για 589 μέρες.

Μπορείτε να φανταστείτε τώρα το δικό μας παράδειγμα, στην περίπτωση που ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος διαφωνούν για ένα θέμα, το κράτος να συνεχίσει να λειτουργεί για 589 μέρες; Για να έχεις αυτήν την εξωπραγματική κατάσταση πρέπει να υπάρχει απαραιτήτως το αίσθημα της συνοχής, πρέπει δηλαδή όλοι να συμμετέχουν σε αυτό που πάει να γίνει.

Αυτό μας φέρνει στον πυρήνα του ζητήματος, πως κάποιος δηλαδή πρέπει να θέλει να επιλύσει το πρόβλημα στη βάση συμβίωσης με την άλλη πλευρά, διότι εάν αυτό δεν είναι ξεκάθαρο μέσα στο μυαλό μας, αυτόματα απουσιάζει το στοιχείο της συνοχής, της πίστης και αφοσίωσης προς το ομοσπονδιακό σύστημα. Η αρχή λοιπόν της αφοσίωσης και η έννοια της συνοχής πρέπει να υπερβαίνουν το ευκαιριακό του σήμερα και να μπορούν να αντέξουν σε βάθος χρόνου, γι' αυτό όλοι μας (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι) πρέπει να ψάξουμε βαθιά μέσα μας, αν όντως έχουμε αυτή τη διάθεση να προσδεθούμε σε αυτό που πάει να γίνει, γιατί αν αυτό δεν ισχύει, τότε αυτομάτως αυτό που πάμε να κάνουμε είναι εξαιρετικά δύσκολο και να προχωρήσει και να λειτουργήσει.

Θέλω να πιστεύω ότι παρά την ταμπελοποίηση σε απορριπτικούς και επαναπροσεγγιστές, που είναι μια συνήθης μικροκομματική πρακτική (του διαίρει και βασίλευε), για μας η συμβίωση με τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους δεν ήταν ποτέ πρόβλημα, το πρόβλημά μας ήταν και εξακολουθεί να είναι με την Τουρκία. Είναι όμως οι συμπατριώτες μας οι Τουρκοκύπριοι έτοιμοι να νιώσουν πιο κοντά σε μας παρά στην Τουρκία, αφού κι αυτοί τελούν υπό κατοχή;

Ο Τίτο, ηγέτης της ομόσπονδης τότε Γιουγκοσλαβίας, περιέγραψε τις δυσκολίες με την εξής εντυπωσιακή αναφορά: «Κυβερνώ μία χώρα με 2 αλφάβητα, 3 γλώσσες, 4 θρησκείες, 5 εθνικότητες, 6 κρατίδια, 7 γειτονικά κράτη και 8 μειονότητες», και κατέληξε εκεί που κατέληξε, ακριβώς διότι έλειπε από ένα σημείο και μετά αυτό το απαραίτητο συστατικό της αφοσίωσης και της συνοχής που θα ένωνε κάτι που ήταν πάρα πολύ πολύπλοκο εξαρχής. Στην περίπτωσή μας, με την ιστορία που κουβαλάμε και τις βουλιμικές τάσεις της Τουρκίας, μπορούμε να το κάνουμε να δουλέψει; Γι' αυτό και πρέπει απαραιτήτως να βασίζεται αυτό που διαπραγματευόμαστε στο διεθνές δίκαιο, γιατί αν, όπως μας λένε τελευταία, γνωρίζουν εξαρχής ότι θα είναι άδικο, τότε δεν θα μπορέσει να εμπνεύσει ούτε αφοσίωση, ούτε πίστη και εκ των πραγμάτων θα είναι θνησιγενές.

Συνέχεια στο επόμενο άρθρο…. «Δ.Δ.Ο. Νο. 6»

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α’ Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών