Μέσα στην κοσμοπλημμύρα και τον σάλο που προκάλεσε βραδιάτικα η συζήτηση γύρω από το βιβλίο «Έξι προεδρικά πορτραίτα», εκείνος, ορθός, μαχητικός με βλέμμα αστραφτερό. Όπως ακριβώς ξεκίνησε, τέλη δεκαετίας του ’60, με την εφημερίδα του «Ελεύθερον Βήμα», ασπρόμαυρη, τετρασέλιδη, από την οδό Λήδρας τον «Μακρύδρομο». Επισημαίνει τις πρώτες ενδείξεις «κακώς εχόντων», αρθρογραφεί και δέχεται το πρώτο «ράπισμα»:
Ο Μακάριος τον καλεί για υπουργοποίηση, την τελευταία στιγμή καταβροχθίζεται από τους ήδη «κρατούντες». Ο Κώστας Χατζηκωστής, υπηρέτης της δημοσιογραφίας, με λόγο κι άποψη και παρρησία έκφρασής τους, υπουργός; Κίνδυνος - θάνατος!
Γυρνά πίσω στον αγώνα του. Θα περάσει διά πυρός και σιδήρου από κρατικές θέσεις που του προτείνουν και που του αποκαλύπτουν ανευθυνότητες, επιπολαιότητες, απραξίες, σκοπιμότητες. Θ’ αγανακτήσει και θα εξαπολυθεί σ’ έναν αγώνα για ό,τι πιστεύει, που το διαλαλεί στεντόρεια χωρίς να «πρεσάρει» (έκφραση ‘in’) κανέναν να το ασπαστεί.
Ελεύθερος, σε θέλει κι εσένα ελεύθερο να σκεφτείς, να δεχτείς, ν’ απορρίψεις. Σύμβουλος, συνεργάτης, επικριτής και των έξι προέδρων της Κυπριακής Δημοκρατίας, τους ζει και σε πιο προσωπικές στιγμές, διαβλέπει αρετές και αδυναμίες. Και καταθέτει, τεκμηριωμένα, όσα έζησε στις καλύτερες - ναι, ευτυχώς υπήρξαν αρκετές - ώρες δημιουργίας στην πορεία του κράτους και στις τραγικές - ναι, δυστυχώς υπήρξαν κι απ’ αυτές αρκετές -.
Κι αν τις έχεις ζήσει κι εσύ από την εποχή του μονοπωλίου της ασπρόμαυρης ολιγόωρης τηλεόρασης και του επίσης ολιγόωρου ραδιοφώνου κι αν έχεις θαμπωθεί από τα άπειρα καλά και τρομάξει από τα… πολύ πιο άπειρα κακά της κοσμογονικής εξάπλωσης των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, ζωντανεύουν στην ανάγνωση του βιβλίου όσα ακούγονταν, κρύβονταν, αποκαλύπτονταν στη μικρή τότε κοινωνία.
Καυστικός, δηκτικός, ο Κώστας Χατζηκωστής έγινε φόβος και τρόμος πολλών και στήριξε ό,τι θεωρούσε πως έπρεπε, φτιάχνοντας μια πραγματική αυτοκρατορία. Θεώρησε, λοιπόν, ανάγκη και χρέος, να καταγράψει (και το έκανε σε μια γλώσσα που τη χαίρεσαι) την προσωπική του «συλλογή» εμπειριών. Διαβάζεις, συμφωνείς, διαφωνείς, οργίζεσαι με τις σκοπιμότητες, την υποκρισία, τον εμπαιγμό ιερών και οσίων που έφεραν την Κύπρο στο θλιβερό σήμερα, με ευθύνες, μικρές ή μεγάλες, όλων μας. Ζεις τον ρόλο των «κοντινών», των «σφογγοκωλάριων», της «αυλής», που γέννησε το ρουσφέτι, την υπόσκαψη. Αλλά, θίγει και την απάθεια της επίσημης Ελλάδος, την άρνηση κι ανικανότητά της ν’ αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Σαν απάνθισμα κάποιες νύξεις για τον καθένα από τους έξι προέδρους: Μακάριος Γ΄: …«Εξ’ αντικειμένου υπήρξε η μεγάλη ηγετική προσωπικότητα της μικρής Κύπρου. Ήταν αδιαμφισβήτητα αγωνιστής με πατριωτική δύναμη. Υπέφερε από αγωνίες και δράματα που προκάλεσαν οι πράξεις και οι παραλείψεις του» …Ήταν «μείγμα οραματιστή και ιδεαλιστή που δεν λειτούργησε επωφελώς για την πατρίδα του»…
Σπύρος Κυπριανού: «Διέπραξε πολλά λάθη και γκάφες. Δεν μπόρεσε να λυτρωθεί από μικροπολιτικές αγκυλώσεις και μικροπρέπειες»…«δεν κατόρθωσε να συμβιβαστεί και να συμπλεύσει με την αξιοκρατία».
Γιώργος Βασιλείου: «Δραστήριος, ακούραστος και ταχύς στις αποφάσεις του, οργανωτικός, πίστεψε ότι μπορούσε μ’ αυτά τα προσόντα - τα οποία υπερεκτίμησε - να λύσει το Κυπριακό. Τελικά το Κυπριακό τελματώθηκε επικίνδυνα επί της προεδρίας του».
Γλαύκος Κληρίδης: «Δεν τον χαρακτήριζαν ούτε ο βαθύς πολιτικός στοχασμός ούτε ο οραματισμός. Έγινε ορμητικός ιεράρχης του «ναι» στο δημοψήφισμα του 2004. Αυτό σημάδεψε οριστικά την τελευταία σελίδα της προσωπικής πολιτικής του ιστορίας. Και τη σημάδεψε μη κολακευτικά».
Τάσσος Παπαδόπουλος: «Κατάφερε να δοξαστεί σε μιαν ιστορική στιγμή με το «όχι» στο δημοψήφισμα του 2004. Τη δόξα δεν κατάφερε να την αξιοποιήσει. Στον βωμό της μικροπολιτικής σκοπιμότητας να εκλεγεί με τη βοήθεια του ΑΚΕΛ στην προεδρία, αυτοκαταδικάστηκε σε αποτυχία κι άδοξη εκλογική ήττα».
Δημήτρης Χριστόφιας: «Η μη αποτελεσματικότητά του τόσο στο Κυπριακό όσο και στα υπόλοιπα ήταν μεταξύ άλλων προϊόν της υπερφίαλης και ενίοτε αλαζονικής πολιτικής του - θεωρούσε ότι αυτός και οι φίλοι του στο κόμμα τα ήξεραν όλα. Τα τραγικά γεγονότα του τέλους της διακυβέρνησής του σημάδεψαν, δυστυχώς, αρνητικά και την υστεροφημία του.
Στα έξι προεδρικά πορτραίτα ο Κ.Χ. δεν απεκδύεται ευθυνών για όσα έγιναν, μιλά για ό,τι νιώθει ως αποτυχία του για την οποία λέει: «Ίσως να οφείλεται στο ότι δεν τόλμησα όσα έπρεπε, την ώρα που έπρεπε, με την αποφασιστικότητα που έπρεπε. Ίσως εδώ να είναι και οι ευθύνες μου όπως αναδύονται μέσα από το βιβλίο αυτό και τα βιώματά μου».
Το τραγικότερο βίωμά του, η δολοφονία του άξιου συνεχιστή στο έργο του, του γιου του Άντη. Αυτές οι γραμμές αφιερώνονται:
· Σ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο, πανέξυπνο παιδί, εκείνο τον σίφουνα που αλώνιζε στο διαμέρισμα της Λεωφ. Δημ. Σεβέρη.
· Στην ανάμνηση της τελευταίας τυχαίας συνάντησής μας με τη μάνα Τούλα - συνοδοιπόρο, σύμβουλο και στήριγμα του συντρόφου της - με τον Άντη αγκαλιά.
· Στο κουράγιο που χρειάστηκε να επιστρατεύσουν στον συνθλιπτικό και για τους δυο αποχωρισμό από εκείνο το χαμόγελο που φώτιζε τη ζωή τους και θα τη φωτίζει όσο θα υπάρχουν.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




