Το κλείσιμο μιας εταιρείας και η εκποίηση της περιουσίας της συνιστά τιμωρητική πράξη για τους ιδιοκτήτες-μετόχους
Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών οδήγησε πολλές εταιρείες από διάφορους τομείς της οικονομίας του τόπου μας σε οικονομική ασφυξία. Οι εταιρείες αυτές, λόγω του υψηλού δανεισμού τους, σε συνάρτηση με τη μείωση του κύκλου εργασιών, δεν μπόρεσαν ν' αντεπεξέλθουν με το υψηλό κόστος εξυπηρέτησης των δανείων τους, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθούν από τις τράπεζες ως «κόκκινες» εταιρείες.
Παρόλο που αρκετές από αυτές τις εταιρείες δραστηριοποιούνται σε τομείς που έχουν οικονομική δραστηριότητα ή κατέχουν μερίδιο της αγοράς (π.χ. ο ξενοδοχειακός τομέας) και θα μπορούσαν να επιβιώσουν στις παρούσες συνθήκες, εντούτοις ο υψηλός δανεισμός δεν τους επιτρέπει να λειτουργήσουν ομαλά.
Οι τράπεζες, εφαρμόζοντας μιαν αναχρονιστική και εξεζητημένη αντίληψη, εξασφαλίζουν «διατάγματα διαχείρισης» των εταιρειών που είναι εκτεθειμένες με δανεισμό σε αυτές, και ορίζουν ως «Διαχειριστές» τους, συνήθως άτομα (γιατί έτσι προβλέπει η νομοθεσία) υπαλλήλους σε νομικούς ή λογιστικούς οίκους.
Παρόλο που η διεθνής πρακτική και σίγουρα και το πνεύμα του σχετικού νόμου είναι η ανάληψη της διαχείρισης μιας εταιρείας από ειδικούς, ώστε να διασφαλισθεί η συνέχιση της δραστηριότητάς της, εξασφαλίζοντας πρωτίστως τις απαιτήσεις της τράπεζας, εντούτοις το όλο εγχείρημα έχει καταλήξει σε μια διαδικασία άμεσης διάλυσης των υπό διαχείριση εταιρειών και εκποίησης των περιουσιακών της στοιχείων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα βρίσκουμε στον τομέα των ξενοδοχειακών μονάδων, στις οποίες διορίστηκαν διαχειριστές και παρόλο που ο τουρισμός μας πηγαίνει πολύ καλά, εντούτοις οι υπό διαχείριση ξενοδοχειακές μονάδες όχι μόνο δεν εργάζονται αλλά έχουν κλείσει και οδηγούνται σε εκποίηση.
Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση οφείλεται σε δύο λόγους: Πρώτον στο γεγονός ότι ανατίθενται καθήκοντα διαχειριστού σε άτομα και εταιρείες που δεν έχουν καμία επαφή και εμπειρία με το αντικείμενο δραστηριότητας των εταιρειών που αναλαμβάνουν να διαχειριστούν και, δεύτερο, στο γεγονός ότι οι εταιρείες των διαχειριστών αμείβονται επί των ποσών ανάκτησης των κεφαλαίων των τραπεζών. Έτσι γι' αυτούς η εύκολη και γρήγορη λύση είναι να διακόψουν τις εργασίες της εταιρείας και να εκποιήσουν την περιουσία της.
Το κλείσιμο μιας εταιρείας και η εκποίηση της περιουσίας της συνιστά τιμωρητική πράξη για τους ιδιοκτήτες-μετόχους, οι οποίοι στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζουν μεν δυσκολίες, αγωνίζονται όμως για να επιβιώσουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι τράπεζες με ορθολογισμό και σωστή διαχείριση θα μπορούσαν να ανακτήσουν μακροπρόθεσμα το μεγαλύτερο μέρος από τα κεφάλαιά τους, παρά εάν εκποιήσουν άμεσα την περιουσία των υπό διαχείριση εταιρειών.
Η εναλλακτική λύση στο πρόβλημα τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους επιχειρηματίες είναι η αναζωογόνηση των «κόκκινων» εταιρειών, με στόχο να ανακτήσουν τη βιωσιμότητά τους και να δημιουργήσουν προοπτικές ανάπτυξης για το μέλλον. Έτσι, μέσα από τη σχεδίαση μιας νέας στρατηγικής της εταιρείας και με μια πιο ορθολογιστική και προσοδοφόρο διαχείριση, οι τράπεζες θα δημιουργήσουν συνθήκες αποπληρωμής των χρεών προς αυτές αλλά και ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με αυτές τις εταιρείες, που ουσιαστικά θα λειτουργούν κάτω από τον έλεγχο και τη διαχείρισή τους.
Γίνεται λοιπόν προφανές ότι το κλειδί για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι η Διαχείριση (management) της εταιρείας. Φυσικά τα στελέχη των τραπεζών δεν έχουν τις γνώσεις και εμπειρία να διαχειριστούν κάθε μορφή και τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Γι' αυτό πλέον θα πρέπει η διαχείριση να ανατίθεται σε εξειδικευμένες ανά κλάδο Εταιρείες Διαχείρισης.
Οι «κόκκινοι μάνατζερ», εάν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε έτσι, θα αναλάβουν να ετοιμάσουν το στρατηγικό σχέδιο ανάκαμψης και ανάπτυξης της εταιρείας και θα προχωρήσουν στην υλοποίησή του. Το σχέδιο θα πρέπει να βασίζεται αφενός στην αναπτυξιακή πορεία και αφετέρου στην ορθολογιστική διαχείριση και περιορισμό του κόστους λειτουργίας. Οι εταιρείες-διαχειριστές θα αμείβονται με ένα βασικό ποσό (base fee) και ένα ποσό επί των κερδών, ώστε να έχουν το κίνητρο επιτυχίας της διαχείρισής τους.
Ταυτόχρονα οι τράπεζες θα πρέπει να στήσουν έναν εσωτερικό μηχανισμό, τόσο για τον εποπτικό έλεγχο των Διαχειριστών που θ' αναλάβουν το μάνατζμεντ των υπό διαχείριση εταιρειών, όσο και για τον συντονισμό και έγκαιρη λήψη αποφάσεων αφού πλέον η τράπεζα θα έχει τον έλεγχο.
Η νέα αυτή μορφή ελέγχου και διαχείρισης των «κόκκινων» εταιρειών θα επιφέρει στις τράπεζες, μόλις αυτές ορθοποδήσουν, μια νέα ροή κεφαλαίων από δάνεια που θα αρχίσουν να αποπληρώνονται. Αντίθετα η εκποίηση ακινήτων μέσω του κλεισίματος εταιρειών δεν θα επιφέρει αποτελέσματα, καθότι η αγορά είναι νεκρή και έτσι θα υποχρεωθούν οι τράπεζες να αγοράσουν οι ίδιες τα ακίνητα, ελπίζοντας σε μια μακροπρόθεσμη ανάκαμψη της αγοράς.
Σημαντικός όμως παράγοντας, που συνηγορεί στην προώθηση της πιο πάνω μεθόδου, είναι ο κοινωνικός παράγοντας. Οι εταιρείες που θα παραμείνουν σε λειτουργία θα διατηρήσουν το προσωπικό τους και ίσως να δημιουργήσουν και νέες θέσεις εργασίας. Γι' αυτό θα πρέπει το κράτος να παρέμβει στηρίζοντας το όλο εγχείρημα και δίδοντας στις τράπεζες κίνητρα για να εφαρμόσουν τη νέα τακτική.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ
Γενικός Διευθυντής New Byblos Hotel Management Ltd
Τα ακίνητα της εβδομάδας




