«Κάθε άνθρωπος που ασκεί εξουσία τείνει να την καταχραστεί. Προχωρεί ώσπου να συναντήσει φραγμούς» (Montesquieu). Η ρήση αυτή ισχύει και για όσους χειρίζονται το κυπριακό ζήτημα της εισβολής, κατοχής και εποικισμού. Πρόβλημα παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και ο συσχετισμός του με τα όρια της εξουσίας Προέδρου, Κομμάτων και κυρίαρχου λαού. Ιδιαίτερα γιατί, κατά το Σύνταγμα, ως ήταν φυσικό, δεν προβλέφθηκε κάποιο συγκεκριμένο όργανο ως το αρμόδιο για να διαπραγματευθεί τη λύση, αφού προέκυψε μεταγενέστερα η στρατιωτική κατοχή. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε υπόθεση διαφοράς μεταξύ του Πρόεδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής (1985), έκρινε ότι όργανα όπως ο Πρόεδρος και η Βουλή, που εκλέγονται απευθείας από τον λαό, έχουν υπέρ τους το τεκμήριο, επειδή εκπροσωπούν το σύνολο του λαού, να απασχοληθούν με την αναζήτηση λύσης.

Προφανώς η Βουλή, ως πολυπρόσωπο θεσμικό όργανο, δεν μπορούσε να αναλάβει αυτό το έργο και έτσι παρέμεινε ως καθιερωθείσα, από τη δεκαετία του 1960, πρακτική, το θέμα χειρισμού από τον Πρόεδρο. Ο οποίος προφανώς έχει ανάγκη συνδρομής ιδεών και συμβουλών. Γι’ αυτό καθιερώθηκε η εκπροσώπηση όλων των κομμάτων της Βουλής σε ένα συμβουλευτικό όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο. Οι συνεδριάσεις του οποίου μπορεί να διεξάγονται με διαφωνίες σε ιδέες, προτάσεις και στρατηγική, αλλά η ύπαρξή του ήταν και είναι αναγκαία για μιαν, οφειλόμενη στο παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, υπερκομματική αντιμετώπιση όλων των δυσκολιών που προκύπτουν στην προσπάθεια για επίλυση, δίκαια και λειτουργικά, του προβλήματος.

Ο λαός ο ίδιος δεν ακούστηκε ποτέ άμεσα, για το ποια πρέπει να είναι η στρατηγική για να επιτευχθεί η ανατροπή όσων συνεπειών σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κυριαρχίας του Κράτους επέφερε και συνεχίζει να επιφέρει η τουρκική κατοχή. Μόνο στις 24/4/2004 «μίλησε» με την ψήφο του δίδοντας έκτοτε, διά του Δημοψηφίσματος, σαφή εντολή για αποφυγή λύσης που να είναι καταστρεπτική, ή ανάλογη προς το Σχέδιο Ανάν.

Μέχρι να χρειαστεί να κληθεί ενδεχομένως σε ένα νέο δημοψήφισμα ο λαός, πρέπει επιτέλους ο Πρόεδρος και τα κόμματα να αντιληφθούν ότι οφείλουν συνεργασία, ώστε ακόμη και οι διαφωνίες να ισχυροποιούν τη διαπραγματευτική μας θέση. Πρέπει, λοιπόν, να βρεθεί τρόπος να αναχαιτιστεί η δυνατότητα της όποιας εξουσίας (Πρόεδρος ή Κόμματα) να προωθεί διαπραγμάτευση χωρίς την πλήρη γνώση όλων των δεδομένων από όσους ο ίδιος λαός επέλεξε ως αντιπροσώπους του. Άλλωστε, η διαδικασία των συνομιλιών δεν είναι προσωπικό θέμα του εκάστοτε Προέδρου (είτε εξαγγέλλει προεκλογικά είτε κατά τη θητεία του ότι θα είναι Πρόεδρος λύσης).

Δεν μπορεί το έγγραφο με τα σημεία που ανέφερε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο Νταβός στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να αποτελεί αφορμή αλληλοσπαραγμού. Κακώς χαρακτηρίστηκε ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου ως απόρρητο. Το γνώριζαν πολλοί εντός και εκτός Κύπρου. Δεν έπρεπε να παραμείνει χωρίς δημόσιο σχολιασμό, που θα συντελούσε κάποιας μορφή ενημέρωση του λαού. Προφανώς δεν χρειαζόταν η όποια δέσμευση, όπως έγινε στο Εθνικό Συμβούλιο, για να διατηρηθεί το έγγραφο τούτο απόρρητο.

Εντούτοις, αφού υπήρξε η δέσμευση, δεν επιτρέπετο η διαρροή, απ’ όπου κι αν προέκυψε. Διαρροή που δεν παραβλάπτει τη διαπραγμάτευση, αλλά που αφήνει άδικα εκτεθειμένους και απαξιωμένους όσους συμμετείχαν στην τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου. Πρόσθετα, και αυτή η αντιπαλότητα δυστυχώς διαμορφώνει μια μέθοδο που μπορεί κάθε φίλος ή εχθρός να εφαρμόσει, για να επιφέρει συγκρουσιακές καταστάσεις μεταξύ κομμάτων: Απλώς θα επιλέγει τη στιγμή και το θέμα για διαρροή για να πλήξει το εσωτερικό μέτωπο αντίστασης.

Προφανώς δεν θα πρέπει αυτή η διαρροή να αποτελέσει λόγο για να μηδενιστεί η όποια συνδρομή του Εθνικού Συμβουλίου στην προσπάθεια προώθησης λύσης. Η συμβολή όλων στην προσπάθεια να γίνει κατορθωτό ώστε να λειτουργήσει η Κυπριακή Δημοκρατία με νέες συνταγματικές προβλέψεις ως ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε είναι αναγκαία. Στόχος η λύση, όπου όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα θα είναι σεβαστά και το κράτος θα έχει επιβεβαιωμένη και χειροπιαστή την αλληλεγγύη και προστασία που οι αρχές και αξίες της Ε.Ε διασφαλίζουν, με βάση και τη συνθήκη της Λισαβόνας.

Η όποια εξουσία, λοιπόν, έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει με δική του πρωτοβουλία να αναχαιτιστεί, με το να επιμένει ο ίδιος σε μια πληρέστερη συμμετοχή και συμβολή του Εθνικού Συμβουλίου, όλων των κομμάτων που εκπροσωπούν τον λαό στη Βουλή. Παράλληλα η όποια αισιόδοξη προδιάθεση του κ. Έιντε πρέπει επίσης να συναντήσει φραγμούς, ώστε να μην τείνει σε κατάχρηση της εντολής που το Συμβούλιο Ασφαλείας παρείχε προς τον Γενικό Γραμματέα.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος