«Έβαλ’ ο Θεός σημάδι», 8 Φλεβάρη 1980, το παλληκάρι της Κρήτης, τον Ψαρόνικο, το κοπέλι που με τη λύρα του τραγούδησε το νησί του, τις χαρές και τα βάσανα του λεβέντικου κόσμου του όπως κανείς. Τα κυπαρίσσια δίπλωσαν τη μέση τους, οι λύρες βουβάθηκαν, τ’ αγρίμια λούφαξαν. Εννιά χρονών, το καμάρι του Γιώργη του Ξυλούρη απ’ τα Ανώγεια, σκορπά με τη λύρα του και τη φωνή του ανατριχίλες, χαράζουν ψυχή τα ριζίτικα της λεβεντογέννας.

Την ώρα που άλλοι τραγουδούσαν την «Παλόμα» και την «Ρεζεντά», γλυκανάλατα, ξένα για τον Ρωμιό ακούσματα, φερμένα από «τας Ευρώπας» για «εξευγενισμό του αισθητηρίου», κοινώς γούστου. Ο Νίκος, ψυχή σε κάθε γλέντι, «μπανίζει» μ’ εκείνη τη λαύρα ματιά την Ουρανία Μελαμπιανάκη, μαθητριούλα Γυμνασίου στα δεκαπέντε, εκείνος στα δεκαοχτώ. Τρία χρόνια μακροκοιτάγματα, την ζητά, οι δικοί της έξαλλοι: «Τι να τον κάνει τον αγράμματο;». Το σκάνε, φτάνουν στην Αθήνα.

1958. Ο πρώτος δίσκος «Μια μαυροφόρα που περνά», αμοιβή εκατό πενήντα δραχμές, αστείο ποσό για την ψυχή που απίθωσε. Γεννιέται ο Γιώργης, η χαρά του Νίκου ξέφρενη, νάτο ζωντανό το γονικό το Ξυλουρέικο. Κερδίζει, την ίδια χρονιά, το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Φολκλορικού Τραγουδιού του Σαν Ρέμο.

1959, Απρίλης, αποθεώνεται στην πρώτη δημόσια εμφάνιση σε κέντρο: «Σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι κάθεται ένας αϊτός». Σαν αϊτός ανοίγει τα φτερά του, έρχεται ο Γιάννης Μαρκόπουλος με το «Χρονικό», «Η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει, Παρασκευή το βράδυ του φονιά», βραβεύεται για την ερμηνεία του από τη Γαλλική Ακαδημία Σιαρλ Κρος. Έρχονται η «Ιθαγένεια», «Ο Στρατής ο θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» σε στίχους Γιώργου Σεφέρη. Μετά, να το «Διόνυσε καλοκαίρι μου» του Σταύρου Ξαρχάκου.

1966, αγαλλιάζει η ψυχή του σαν παίρνει στα χέρια του το κορίτσι του την Ρηνιώ. Σαν αρχάγγελος τραγουδάει με την κοψιά και τη φωνή αδευτέρωτα.
1973, Χούντα. Τζένη Καρέζη και Κώστας Καζάκος ανεβάζουν το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο». Ποιος ξεχνά τη συνωμοτική ατάκα μπροστά στο γκισέ του θεάτρου: «Εδώ ψηφίζουν;» Απίστευτη αποθέωση. Έρχονται ύστερα το «Καπνισμένο τσουκάλι» του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους του Γιάννη Ρίτσου. Κι ύστερα πάλι με τον Μαρκόπουλο «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι» και άλλα, αγκομαχάς στο μέτρημα. Μα για κείνον κατάθεση ψυχής είναι τα «Ξυλουρέικα», κληρονομιά του παππού του. Και ξαφνικά, πάνω στην πιο καλή ώρα, ο καρκίνος χτυπά ύπουλα.

Η Ουρανία, σύντροφος κι οδηγός (ο Νίκος δεν βλέπει πια καλά) τον πάει στην Αμερική, γυρνά γερός, τον νίκησε τον χάρο, είπαν. Μα το «Σάλπισμα» του Λουκά Θάνου μένει μισό. Ο αϊτός διπλώνει τις φτερούγες. Τον έκλαψαν οι όπου γης Έλληνες, άνθρωπο παράδειγμα ζωής καθάριο, ποτισμένο απ’ τη ρίζα, την πηγή. Τον αποχαιρετούν με τούτα τα λόγια: «Περήφανε γιε, πρεπίζεις και τιμάς τη μάνα μας την Κρήτη», στα σαράντα δύο του χρόνια, με τη μαύρη μαντίλα τυλιγμένη γύρω απ’ το κούτελο, πνιγμένο στα λουλούδια και με το ριζίτικο: «Μάνα κι αν έρθουν φίλοι μου, κι αν έρθουν γιεδικοί μου, μην τους ειπείς απέθανα και τους κακοκαρδίσεις».

Και να ’ταν ως εδώ ο πόνος! Η Ουρανία, η λεβέντισσα Κρητικιά, στήριγμα των παιδιών της, που ανέθρεψε στον ίσκιο εκείνου, θρηνεί τον Γιώργη της, το καμάρι του άντρα που στόλισε τη ζωή της με θησαυρούς. Τροχαίο, πάει ο λεβέντης της, πατέρας κι αυτός δυο παιδιών. Αγκαλιά τώρα οι δυο τους θ’ αγναντεύουν τη γη τους, τη ρίζα τους, αφού έτσι, «η μοίρα κι ο Θεός το ’χαν ορίσει»: Ν’ αφήνουν πίσω τη θύμησή τους απέθαντη, όπως όσοι φεύγουν νέοι, άκαιρα κι άδικα για τ’ ανθρώπινα μέτρα. «Ανεξερεύνηται, γαρ αι βουλαί…».

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ