Θεέ μου, φύλαξε τα δυο ακόμα παιδιά που έζησαν απίστευτη βαρβαρότητα. Στείλε ανθρώπους σωστούς στον δρόμο τους κι αγάπη

Ο Φοίβος! Στα τέσσερα! Με τα γλυκά μεγάλα μαύρα μάτια του διάπλατα ανοιχτά: κάμερες, κόσμος άγνωστος, ερωτήσεις! Τα ’χει χαμένα. Κουρνιάζει στην αγκαλιά του παππού Λάμπη και του εξάχρονου αδελφού του Ιάσονα. Δεν ξέρει πως τα μάτια εκείνου είδαν τον μπαμπά να σκοτώνει τη μαμά! Δεν ρωτάει «πού είναι η μαμά;». Ένστικτο άραγε τον οδηγεί να αποφύγει να μάθει αυτό που δεν θα ’θελε ν’ ακούσει; «Εγώ θα πάω με τον μπαμπά μου στην Αλβανία. Είναι καλός ο μπαμπάς μου». Σειρά σου να τα χάσεις. Παγώνεις.

Μπροστά στο χαζοκούτι που αυτή τη φορά έκανε αυτό που έπρεπε, βοήθησε πραγματικά στην ανακάλυψη και τη σωτηρία του Φοίβου, άλαλη για ώρα αναρωτιέσαι: «Πώς γίνεται; Δεκαοχτώ ολόκληρες μέρες ο πατέρας να τον σέρνει από φαράγγι σε ρεματιά, από παλιόσπιτο σε καλύβα, να του δίνει για τροφή ό,τι βρεθεί, με μόνη έννοια να καταφέρει να περάσουν στην Αλβανία. Από κει ροβόλησε ο ίδιος στα δεκαπέντε, άτεχνος, αδέκαρος, σκληρός απ’ τα κακοπαθήματα μέσα σ’ ένα φτωχοχώρι με ανθρώπους πέτρες σαν κι αυτές του περίγυρου, παλεύοντας να ζήσει.

Στον δρόμο του μια κοπελιά, όμορφη, ευγενική, καλλιεργημένη, του χαρίζει δουλειά στα κτήματά της, αγάπη, δυο παιδιά, σπιτικό. Όταν απηυδισμένη από τη στάση του, έχοντας ζήσει στο πετσί της το αταίριαστο, του ζητά να χωρίσουν, η ποινή είναι μια: θάνατος απ’ το δικό του χέρι. Πως είναι μάνα των παιδιών του; Λεπτομέρεια. «Είναι καλός ο μπαμπάς μου». Ο Φοίβος έχει ανάγκη να τον νιώθει καλό, να γίνει σαν κι εκείνον όταν μεγαλώσει. Ανατριχιάζεις: «Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης» όπως το περιγράφει αριστοτεχνικά Σουηδός ψυχίατρος.

Η ταύτιση του θύματος με τον θύτη. Ο τρόμος μπροστά στη δύναμη γίνεται ένστικτο επιβίωσης, υποταγή, που τρέφεται με υποσυνείδητες ενοχές: «Εγώ φταίω». Ειδικά για την παιδική ψυχή είναι ο μόνος τρόπος για να νιώσει δυνατή: «Έργο δικό μου». Έτσι κερδίζεται η μάχη με την παντοδυναμία του ισχυρού. Ο Φοίβος αφυδατωμένος, άπλυτος, έχει κοιμηθεί χάμω, έχει λιώσει σόλες στα κατσάβραχα. Ε, και λοιπόν; Τραβάει σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή.

«Ο μπαμπάς μου είναι καλός». Η ψυχούλα εκτελέστηκε κι άντε να το νιώσει αυτό ο «πατέρας». Σε ποιον θα τολμήσει αύριο ο Φοίβος να πει όχι; Τόλμησε κανένα παιδί κακοποιημένο; Καμιά γυναίκα ξυλοφορτωμένη απ’ τον σύντροφο; Να την ακούς να ψελλίζει «τον αγαπώ» και να μην τολμάς να τη ρωτήσεις «γιατί;». Εύκολο το ’χεις να ψάξεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής για φως; Να δεις τι έχει κάνει η βία στο μέσα σου;

Κι ο Αλβανός την επιταγή που του έδωσε η ζωή του, εξαργυρώνει. Γύρευε τι θα ’χει ζήσει, τι ενοχές καταχωνιασμένες θα ’νιώθε ακόμα και για την απίστευτη τύχη του. Τώρα θυμώνει: «Αν τ’ άξιζα γιατί αυτή που μου τα ’δωσε, τώρα μου τα παίρνει;» Ή «ποια είναι αυτή που έδωσε σ’ έναν άντρα σαν κι εμένα (γιατί μόνο για το αντριλίκι του μπορούσε να παινευτεί) ό,τι εγώ δεν μπόρεσα ούτε να ονειρευτώ;» Ε, κάνει μια κίνηση και πάρ’ τα όλα κάτω. Αυτοκαταστροφή. Γέννα μιας παιδικής ζωής χωρίς στέρεη βάση. Αγαπώ κι εκτιμώ τον εαυτό μου γιατί κάποιος μ’ αγάπησε και μου ’δειξε εμπιστοσύνη κι εκτίμηση.

Αίσθηση που πρέπει να την έχεις από πολύ νωρίς. Άντε τώρα ο παππούς ο Λάμπης που έχασε τη μοναχοκόρη του, καμάρι όλης της περιοχής, να στηρίξει τα δυο διπλοορφανεμένα, μάνα στο χώμα, πατέρας στη φυλακή. Άντε να γλυκάνει τις δυο ψυχούλες: Του Ιάσονα που η σκηνή δεν θα φύγει ποτέ απ’ τα μάτια του και του Φοίβου που μπολιασμένος πια από το πόσο «καλός» είναι ο μπαμπάς του, αύριο ίσως γίνει ένας πατέρας το ίδιο «καλός».

Να εξαργυρώσει κι αυτός την επιταγή που πήρε: ή να σκορπά την ίδια βία, ή να γίνεται μασημένος κιμάς στα δόντια του κάθε ισχυρού. Απ’ την ψυχή σου βγαίνει τώρα μόνο μια προσευχή: «Θεέ μου, φύλαξε τα δυο ακόμα παιδιά που έζησαν απίστευτη βαρβαρότητα. Στείλε ανθρώπους σωστούς στον δρόμο τους κι αγάπη. Φώτισέ τα να σβήσουν τους κανόνες της ανθρώπινης ψυχής. Υπάρχουν, το ξέρεις κι αυτοί που έγιναν μέσα στη βία και τον πόνο, καλύτεροι. Το ξέρεις. Υπάρχουν!

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ