Αποχαιρετίσαμε το 2015 με την πικρή γεύση της αποσταθεροποίησης στην περιοχή μας και την οικονομική κρίση στην Ευρώπη να παρατείνεται. Την ίδια περίοδο η πλημμυρίδα των προσφύγων, με τους πνιγμούς απελπισμένων ανθρώπων, στοιχειώνει τη συλλογική μας συνείδηση.

Η χρονιά που πέρασε χαρακτηρίστηκε από ένα περιρρέον κλίμα αστάθειας, αβεβαιότητας και κινδύνων, κάτι που δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία. Μπορεί ο διπολισμός και ο ψυχρός πόλεμος να ανήκουν στο παρελθόν, ωστόσο ο πλανήτης δεν έχει οδηγηθεί στην ειρήνη και την ομαλότητα. Η ανθρωπότητα εξακολουθεί να διακατέχεται από την αγωνία για το σήμερα και το αύριο.

Η έξαρση του εθνικισμού, οι περιφερειακές συγκρούσεις, το οικονομικό χάσμα Βορρά-Νότου, η οικονομική ανέχεια του τρίτου κόσμου, οι κοινωνικές ανισότητες, η ανεργία σε ανεπτυγμένες χώρες, η κατάρρευση της οικολογικής ισορροπίας, τα μεταναστευτικά ρεύματα, η ξενοφοβία και ο εφιάλτης της τρομοκρατίας, με μια ξέφρενη ανάπτυξη της τεχνολογίας, σφραγίζουν καθοριστικά την εποχή μας.

Παράλληλα, η επανάσταση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η παγκοσμιοποίηση οικονομιών και επικοινωνιών διαφοροποιούν τις σημερινές προτεραιότητες και καθιστούν πιο πολύπλοκη και περίπλοκη τη λειτουργία του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης.

Είμαστε συνεπώς σε μια περίοδο μεταβατική, μια περίοδο ρευστή, με καινούργια φαινόμενα, τα οποία διαφοροποιούν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό και ανακατανέμουν ρόλους στον συσχετισμό ισχύος και επιρροών.

Αποτιμώντας τις παγκόσμιες εξελίξεις θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο πλανήτης μας, στο λυκαυγές του 2016, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ολόπλευρη κρίση σε ό,τι αφορά τις ιδέες, την οργάνωση των κοινωνιών, τις σχέσεις των ανθρώπων, την πολιτική διαδικασία και τελικά τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ανάδειξη νέων οραμάτων, νέων ιδεών και μιας πολιτικής και πολιτιστικής αναγέννησης προβάλλει ως λυτρωτική ανάγκη.

Ο άνθρωπος, ως το τελειότερο ον της δημιουργίας, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη για να επικρατήσουν οι άφθορες διαχρονικά αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.

Στην Κύπρο η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βασανιστικά προβλήματα, το ποσοστό της ανεργίας συνεχίζει να βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, η μετανάστευση των νέων συνεχίζεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα βιωσιμότητας και οι αβεβαιότητες του εξωτερικού περιβάλλοντος πολλές.

Στόχος πρέπει να είναι η επανατοποθέτηση της κυπριακής οικονομίας σε στέρεες βάσεις και η ενίσχυση των προοπτικών μιας σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης, κάτι που θα δημιουργήσει συνθήκες ευημερίας και πλήρους απασχόλησης.

Η Κύπρος διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και, σε συνδυασμό με την εργατικότητα του λαού μας, μπορεί να αποτελέσει οικονομικό παράδειγμα, μακριά από εξαρτήσεις οποιωνδήποτε πιστωτών, που κατά κανόνα δεν σέβονται την αξιοπρέπεια των λαών και το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονται είναι η επιβολή μέτρων εξουθενωτικής λιτότητας.

Χρειαζόμαστε ένα μεταρρυθμιστικό πλαίσιο που θα εκσυγχρονίσει την οικονομία και θα την οδηγήσει στην ανάπτυξη. Έναν στρατηγικό σχεδιασμό ενός νέου, σύγχρονου οικονομικού μοντέλου, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, αλλά και τα λάθη του παρελθόντος, για να θωρακίζει την οικονομία από πιθανούς κινδύνους.

Στο Κυπριακό είμαστε για μια ακόμα φορά σε μια κρίσιμη φάση της ιστορίας του. Ο κυπριακός Ελληνισμός επιθυμεί λύση. Επιθυμεί λύση το συντομότερο δυνατόν. Την επιθυμούσαμε και την επιδιώκαμε από την επομένη της τουρκικής εισβολής. Όχι, όμως, οποιαδήποτε λύση. Λύση τερματισμού της κατοχής, απομάκρυνσης των εποίκων, κατάργησης των αναχρονιστικών εγγυήσεων του 1960, αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών όλων των νομίμων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενότητα λαού, κράτους, θεσμών και οικονομίας. Εφαρμογή χωρίς μόνιμες παρεκκλίσεις του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Έχουν περάσει αρκετοί μήνες από την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Η ανάδειξη του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας δημιούργησε προσδοκίες και συγκρατημένη αισιοδοξία, για μια διαφορετική, πιο θετική προσέγγιση στις προσπάθειες για λύση του Κυπριακού. Χωρίς, ωστόσο, να έχουμε αυταπάτες για τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας για την προοπτική επιτυχούς κατάληξης των συνομιλιών. Ωστόσο, οι επαναλαμβανόμενες απογοητευτικές του δηλώσεις αποτελούν στην πραγματικότητα μονότονη επανάληψη δηλώσεων, προσεγγίσεων και θέσεων προηγούμενων ηγετών της τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά και της Τουρκίας. Οι συναντήσεις του Νταβός, πέραν ευχολογίων, δεν φαίνεται να έχουν συνεισφέρει χειροπιαστά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση της λύσης, ενώ αξιοποιήθηκαν δεόντως από την τουρκική πλευρά ώστε να εκδηλώσει τις εμμονές της για «ισότιμη» εκπροσώπηση με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, η καλλιέργεια υψηλών και υπερβολικών προσδοκιών και κλίματος ευφορίας δεν δικαιολογείται. Κάτι τέτοιο άλλωστε είναι άκρως ζημιογόνο, αφού δημιουργείται η εντύπωση στον διεθνή και τον ευρωπαϊκό παράγοντα ότι δήθεν υπήρξε μεταβολή της πάγιας τουρκικής αδιαλλαξίας.

Αντίθετα, τώρα είναι η ώρα να προχωρήσουμε και να εντείνουμε την κινητοποίηση και τις πρωτοβουλίες διεθνώς και εντός Ε.Ε., για να ασκηθούν πιέσεις και για να αξιοποιηθούν δυνατότητες επιρροών πάνω στην Τουρκία. Να αναλάβουμε πρωτοβουλίες για το κορυφαίο θέμα της ασφάλειας.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία των κυπριακών εξελίξεων, αποτελεί υπέρτατο χρέος και ιστορική ευθύνη η διαμόρφωση συνθηκών μιας ελάχιστης εθνικής συνεννόησης στη διαχείριση του Κυπριακού. Το Κυπριακό πρέπει να αποτελεί πεδίο ενότητας και κοινών δράσεων. Αυτή είναι η απαίτηση του λαού μας. Η μορφή και το περιεχόμενο της λύσης έχουν καθοριστεί με την ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου του 2009. Να αποτελέσει θεμέλιο ευρύτατης πολιτικής και λαϊκής ενότητας. Είναι ώρα ευθύνης για όλους και η συνείδηση αυτής της ευθύνης εθνικό χρέος.

Καθώς ήδη βαδίζουμε στο 2016, η στράτευση και αξιοποίηση όλων των ζωντανών δυνάμεων της κυπριακής κοινωνίας για αναγέννηση των εθνικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προοπτικών είναι οφειλόμενο χρέος προς τον λαό μας.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων