Πενήντα χρόνια από την αυτοδιάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης

(η σημασία της και η σημερινή κατάσταση)


Όπως είναι γνωστό, το δοτό Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προέβλεψε τη Βουλή των Αντιπροσώπων, στην οποία οι δύο Κοινότητες αντιπροσωπεύοντο, με αντιπροσώπους τους που εξελέγοντο (η Ελληνοκυπριακή κοινότητα επέλεγε το 70% των βουλευτών και η Τουρκοκυπριακή το 30%) με ξεχωριστές εκλογικές διαδικασίες, από δύο αντίστοιχους εκλογικούς καταλόγους. Παράλληλα, υπήρχαν οι δύο αντίστοιχες Κοινοτικές Συνελεύσεις, με ειδική αρμοδιότητα σε εκτεταμένο αριθμό ζητημάτων που το Άρθρο 87 του Συντάγματος προβλέπει.

Σκοπός της παρούσης αναφοράς δεν είναι η συνταγματική έκταση των αρμοδιοτήτων ή των εξουσιών των δύο Συνελεύσεων, αλλά αφορά στο πολιτικό στίγμα και δίδαγμα της ομόφωνης απόφασης της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης (31.3.1965) για αυτοδιάλυση της. Προηγήθηκε, όπως όλοι γνωρίζουμε, η καθοδηγούμενη από την Τουρκία (στο πλαίσιο της Έκθεσης Νιχάτ Ερίμ) Τουρκανταρσία του Δεκέμβρη του 1963, που στόχο είχε την κατάρρευση των θεσμικών οργάνων (Κυβέρνηση, Βουλή και Δικαιοσύνη) και άρα να καταστεί μη λειτουργικό το Κράτος.

Ήταν η αυτοδιάλυση το πρώτο συνειδητό βήμα προς κατάργηση, διά της αχρησίας, διατάξεων του δοτού Συντάγματος που καθιέρωσαν τη δικοινοτική διάκριση, με βάση έναν προβληματικό και αντιδημοκρατικό διαχωρισμό των πολιτών του Κράτους. Η αιτιολογία της ίδιας της Ε.Κ.Σ. στηρίχθηκε, ως αναφέρει η Απόφασή της, στους ακόλουθους μεταξύ άλλων λόγους, που πρέπει να προβληματίσουν και σήμερα:

«… Επειδή παρά τα υπό της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως εις το διάστημα των τεσσάρων ετών επιτευχθέντα, η συνέχισις της λειτουργίας αυτής ως ανεξαρτήτου κρατικής εξουσίας θίγει την ενότητα του κράτους, ής μη υπαρχούσης δημιουργούνται δυσεπίλυτα εκπαιδευτικά, οικονομικά, κοινωνικά και διοικητικά προβλήματα, και

Επειδή το δημόσιον συμφέρον επιβάλλει όπως αι ανήκουσαι εις την Ελληνικήν Κοινοτικήν Συνέλευσιν αρμοδιότητες περιέλθουν εις την ενιαία νομοθετική και εκτελεστικήν εξουσία της Δημοκρατίας».

Ήταν ένα βήμα προς κατάργηση του διαχωρισμού των πολιτών του ενός και μόνου Κράτους, που διαμόρφωσε κατά τρόπον ανελεύθερο, απαράδεκτο και ρατσιστικό το δοτό Σύνταγμα. Απόφαση που βρήκε δικαίωση μετά από πολλά χρόνια, με την απόφαση του ΕΔΑΔ σε προσφυγή του Τουρκοκύπριου συμπολίτη Αζίζ, ο οποίος, αφού παρέμεινε μόνιμα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία ελεύθερες περιοχές, ζήτησε να έχει το ίσο εκλογικό δικαίωμα να ανήκει σε έναν και μόνον εκλογικό κατάλογο, στον οποίον να περιέχονται, ανεξαρτήτως εθνότητας, όλοι οι νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ήταν, παράλληλα, η απόφαση αυτή της Ε.Κ.Σ. ένα βήμα διεκδίκησης και μια μορφή συνειδητής αποποίησης δημόσιων αξιωμάτων, χάριν ενός ευρύτερου στόχου, που συνίστατο στη σαφή εγκατάλειψη προνοιών του Συντάγματος. Δικοινοτισμός που καθιέρωσε άδικα και μη λειτουργικά υπερπρονόμια στη μειοψηφία, που τώρα πλέον απαιτεί ισότητα σε ένα νέο συνεταιρικό εκ παρθενογένεσης κράτος. Αυτοδιάλυση, ως ύψιστης αξίας μορφή καταγγελίας και εγκατάλειψης συνταγματικών προνοιών, οι οποίες διέκριναν ρατσιστικά τον λαό και τη συμμετοχή του στις λειτουργίες του κράτους.

Αυτή η ομόφωνη γραμμή πλεύσης είναι άξιον απορίας γιατί εγκαταλείφθηκε. Το ίδιο παραμένει άγνωστο το ότι παρά την καταδίκη της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής και του μεθοδευμένου παράνομου εποικισμού και από τον ΟΗΕ, και ενώ πρόσθετα πετύχαμε την πλήρη ένταξη στην Ε.Ε., συνεχίζουμε μια πορεία αυτοδέσμευσης σε συμφωνίες του 1977 και 1979, τις οποίες ουδέποτε τίμησε η Τουρκία. Συμφωνίες τις οποίες η Τουρκία όχι μόνο δεν σεβάστηκε, αλλά, αντίθετα, προώθησε, στήριξε και αναγνώρισε μόνη αυτή το 1983 την παράνομη «ανακήρυξη του ψευδοκράτους». Μεθόδευση που αποτέλεσε προέκταση της στρατιωτικής εισβολής και κατοχής του 1974, μετά την Τουρκανταρσία του 1963-64, για να μπορεί να ισχυρίζεται σήμερα ότι στην Κύπρο υπάρχουν, δήθεν, δύο κράτη, δύο λαοί, δύο κυβερνήσεις, που από κοινού και ως ίσες οντότητες θα δημιουργήσουν ένα νέο κρατικό, θνησιγενές όμως, μόρφωμα.

Σήμερα, λοιπόν, είναι πιο επιβεβλημένη και αναγκαία η συνένωση εκείνων των δυνάμεων που διαφωνούν με την αποδοχή μιας λύσης με ρατσιστικά στοιχεία, ή προβλέψεις που θα επιτρέψουν στην Τουρκία να βρίσκει αφορμές για προώθηση τών σε βάρος της Κύπρου επεκτατικών σχεδίων της. Όσοι δεν διακατέχονται από ψευδαίσθηση περί την τουρκική μεθοδικότητα στην προώθηση των στόχων της, όσοι θυμούνται την Τένεδο και την Ίμβρο, τη συνθήκη της Λωζάννης, τις σημερινές υποχρεώσεις που δεν τηρεί η Τουρκία έναντι της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα έχουν καθήκον, ως μνήμη θυσιών και αγώνων και ως ζήτημα αξιοπρέπειας: να συστρατευθούν παραμερίζοντας κομματικές ή προσωπικές φιλοδοξίες.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος