Αυτές τις μέρες παρακολουθώ, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τις συζητήσεις που γίνονται στην Ελλάδα σχετικά με τον γραμματέα της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ και τους διορισμούς μελών της οικογένειάς του στο Δημόσιο και την προσπάθεια δικαιολόγησής τους από πλευράς του γραμματέα.
Με αφετηρία όλα αυτά, να μου επιτρέψετε να παραθέσω κάποιες σκέψεις μου για το θέμα αυτό.
Κατ' αρχάς, το κράτος και γενικά η πολιτεία οφείλει και πρέπει να τιμά τους ήρωές της και τους ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για το καλό και την ελευθερία της πατρίδας τους, όπως πολύ προσφυώς αναφέρει και ο Περικλής στον «Επιτάφιό» του.
Στις τιμές αυτές πρέπει να περιλαμβάνεται και η παροχή των μέσων για αξιοπρεπή διαβίωση των μελών της οικογενείας αυτών των ανθρώπων, της συζύγου και των παιδιών τους. Τα μέσα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν μια σύνταξη ικανή να τους εξασφαλίσει ότι δεν θα πεινάσουν και θα έχουν μια υποφερτή κοινωνική ζωή.
Ακόμη, πρέπει να τους εξασφαλίσει τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση, εφόσον έχουν τις ικανότητες, σε κάθε βαθμίδα της Παιδείας, δημόσιας ή ιδιωτικής.
Στην Κύπρο, δυστυχώς, δεν συνέβη τίποτε από τα πιο πάνω. Στις χήρες των ηρώων του αγώνα της ΕΟΚΑ, η ανάλγητη κυπριακή πολιτεία παρείχε ένα βοήθημα οκτώ λιρών μηνιαίως, όχι σύνταξη για να υπόκειται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή, το οποίο παρέμεινε σταθερό μέχρι το 1978, οπότε ο μακαρίτης Πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού και το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισαν να μετατρέψουν σε σύνταξη, που καθορίστηκε ίση με την κατώτατη σύνταξη, την οποία εκάστοτε παρείχε το τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Μάλιστα, έχω ακούσει ότι το 1968, η διοίκηση του τότε Ταμείου Παθόντων πρότεινε στην Κυβέρνηση την αύξηση των βοηθημάτων. Τότε, κάποιος υπουργός αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούν κάποιοι να παίρνουν χρήματα από το αίμα των ηρώων μας, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η πρόταση. Φυσικά, ο άνθρωπος αυτός πήρε την υψηλή θέση με τον παχυλό μισθό και όλα όσα συνοδεύουν τη θέση αυτή, από το αίμα όχι των δικών του ηρώων, αλλά κάποιων άλλων.
Στα παιδιά των ηρώων της ΕΟΚΑ, παρείχαν βοήθημα της τάξεως των πέντε λιρών τον μήνα. Με το ποσό αυτό, τα παιδιά έπρεπε να τραφούν, να ντυθούν, να πληρώσουν τα μεταφορικά για το σχολείο, να αγοράσουν γραφική ύλη και μερικά βιβλία και να πληρώσουν στη Σχολική Εφορεία τα δίδακτρα που υπήρχαν τότε, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητά τους. Σημειώστε ότι τα μεταφορικά για μιαν απόσταση είκοσι χιλιομέτρων ήταν άνω των δύο λιρών μηνιαίως.
Για σπουδές σε Πανεπιστήμια της Ελλάδος το ετήσιο βοήθημα ανερχόταν στις διακόσιες ογδόντα λίρες, μόνο για το πρώτο παιδί. Τα υπόλοιπα παιδιά, κατά τη λογική αυτών που το αποφάσισαν, δεν χρειάζονταν πανεπιστημιακή παιδεία.
Σε μια ευνομούμενη και αξιοκρατική πολιτεία δεν πρέπει να υπάρχουν ειδικά κριτήρια διορισμών στο Δημόσιο, πλην ορισμένων, ελαχίστων περιπτώσεων, ατόμων με ειδικές ανάγκες.
Γι' αυτό με ξενίζει η επίκληση των αγώνων των προγόνων του γραμματέα της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν εμφύλιο πόλεμο, για να δικαιολογήσει τους διορισμούς, όπως με ξενίζει και η επίκληση κάποιων άλλων, των αγώνων τους, προκειμένου να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης, σε δίκες για ποινικά αδικήματα.
Και γνωρίζω παιδιά ηρώων του αγώνα της ΕΟΚΑ, που όχι μόνο δεν χρησιμοποίησαν το όνομά τους για να διοριστούν, αλλά και για χρόνια ολόκληρα ούτε οι προϊστάμενοί τους δεν γνώριζαν ποιοι ήταν. Και γνωρίζω άλλο παιδί, που δεν μπορούσε να βρει «αξιοκρατικά» δουλειά στην Κύπρο και βρήκε, αξιοκρατικά, εργασία στην Ελλάδα.
Και αυτά γιατί πέραν της παιδείας, της οποίας έτυχαν από τις μητέρες τους, είχαν και πρότυπα ζωής τους ίδιους τους πατέρες τους.
Πρέπει, επιτέλους, να καταλάβουμε όλοι ότι η πατρίδα δεν χρωστά τίποτε σε κανέναν. Και όλοι μας χρωστάμε σε αυτήν την ύπαρξή μας, την ταυτότητά μας και αν όχι το ζην, τουλάχιστον το ευ ζην μας.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΔΗ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




