Η νομική αμφισβήτηση της ρύθμισης κανονιστικά του ωραρίου λειτουργίας καταστημάτων, δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Είναι πολλές οι αποφάσεις και από χρόνια πολλά το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζητήματα που προέκυψαν με διατάγματα ή κανονιστικά περί τη ρύθμιση του ωραρίου. Άλλοτε ως διαφορά επιχειρηματιών και άλλοτε ως διαφορά της Κυβέρνησης με τη Βουλή. Ποτέ όμως στο παρελθόν δεν υπήρξε η τόσο απόλυτη και κάθετη απόφαση όπως τώρα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Αναφορά του Προέδρου κατά της Βουλής 1/2015. Το Σύνταγμα προέβλεψε στο Άρθρο 140 αρμοδιότητα στη Δικάσιμη εξουσία, να αποφασίζει εάν υπάρχει παραβίαση της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, η οποία επιβάλλει όπως η καθεμιά των τριών εξουσιών (Εκτελεστική - Νομοθετική - Δικαστική) ενεργεί πάντοτε με τρόπο που να μην επεμβαίνει στις αρμοδιότητες των δύο άλλων εξουσιών.

Η τελευταία απόφαση του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 3.12.15, αποτέλεσε αφορμή να υπάρξει (α) μια πιο έντονη αντιπαράθεση μεταξύ της πλειοψηφίας της Βουλής με την Κυβέρνηση, (β) μια ομαδική παραβίαση του Νόμου που δεν επέτρεπε να παραμένουν ανοικτά τα καταστήματα τις Κυριακές και (γ) παράλληλα την προώθηση νέας δικαστικής διαδικασίας από πλευράς του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Υπουργικού Συμβουλίου κατά της Βουλής, με βάση τώρα την πρόνοια του Άρθρου 139 του Συντάγματος. Προφανώς δεν είναι σκοπός μου, άλλωστε είναι ανεπίτρεπτο δεοντολογικά, να ασχοληθώ με τη νέα εκκρεμούσα προσφυγή, γιατί η ουσία του προβλήματος ξεκινά από την αρχική διαφορά Βουλής και Κυβέρνησης περί την έκταση των αρμοδιοτήτων τους. Μια διαφορά όμως αχρείαστη και που, δυστυχώς, υποτροπιάζει επικίνδυνα.

Η διάκριση των εξουσιών ως αρχή δικαίου εξαιρετικής σημασίας για την δημοκρατική και σύμφωνη προς το Σύνταγμα λειτουργία των κρατικών εξουσιών, επιβάλλει αυστηρό σεβασμό και υποχρέωση για προσεκτική εφαρμογή της, τόσο από την Εκτελεστική όσο και από τη Νομοθετική εξουσία. Την ίδια υποχρέωση προφανώς έχει και η Δικαστική εξουσία, όταν καλείται να διαπιστώσει εάν υπήρξε παραβίασης της αρχής αυτής σε σχέση προς τις δύο άλλες κρατικές εξουσίες.

Μια προσεκτική μελέτη των αποφάσεων της Δικαστικής εξουσίας σε σχέση με τις κατά καιρούς υποθέσεις, που κλήθηκε να κρίνει, εάν υπήρξε παραβίαση ή όχι της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, θα καταδείξει ότι η Δικαστική εξουσία φρόντιζε πάντα, έχοντας και η ίδια υποχρέωση να μην υπερβεί τα όρια της δικής της αρμοδιότητας, να επιλύει τέτοιες διαφορές με τρόπο που να αφήνει περιθώριο για διαμόρφωση στη συνέχεια ενός Νόμου συναινετικού, ο οποίος να μην αποτελεί, πλέον, παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Ήταν αναγκαία αυτή η μονοδιάστατη, απόλυτη, δικαστική κρίση; Ιδιαίτερα όταν το αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα στην υπό κρίση Αναφορά (1/15) στηρίχθηκε μεταξύ άλλων και στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, που αφορά την αρχή της ισότητας. Εισηγήθηκα τότε να αποδεχθεί η Βουλή την Αναφορά επί τη βάσει της προφανούς παραβίασης της ίσης μεταχείρισης και να προσπαθήσει με διαφοροποιημένο Νόμο, μάλιστα εάν ήταν δυνατό με τη σύμφωνη γνώμη και της εκτελεστικής εξουσίας, να ρυθμίσει άλλως πως το θέμα, κατά συγκερασμό και όλων των αντιθέτων συμφερόντων. Αντί αυτής της λύσης επιλέγηκε η συνέχιση της διαφοράς επί Δικαστηρίω. Τελικά υπήρξε η απόφαση, η οποία, τελικά, δεν έκρινε το θέμα επί τη βάσει του Άρθρου 28 του Συντάγματος.

Έκρινε ότι το ζήτημα αποτελούσε επέμβαση της Βουλής στον «τομέα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Εκτελεστικής εξουσίας». Κρίση απόλυτη, η οποία, δυστυχώς, πρόσθετα συνετέλεσε στο να συνεχιστεί η αντιπαράθεση μεταξύ Βουλής και Κυβέρνησης κατά τρόπο που δεν εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του ίδιου του λαού. Μάλιστα επήλθε ένα προκλητικό φαινόμενο «αναρχίας» κατ’ επίκλησιν από τους παρανομούντες της απόφασης του Δικαστηρίου στην εν λόγω Αναφορά (1/2015).

Ούτε η νέα προσφυγή της Κυβέρνησης, ούτε η όποια νεότερη νομοθεσία με ποινές φυλάκισης εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Είναι αναγκαίο να επικρατήσει η απαραίτητη νηφάλια κρίση και ο ορθός συνυπολογισμός όλων των αναμεμειγμένων συμφερόντων, για να εξευρεθεί μακριά από την προσπάθεια διάσωσης κύρους, η ορθότερη εξωδικαστική λύση, γιατί η αντιπαλότητα αυτή λίγους μάλιστα μήνες πριν από τη διάλυση της παρούσης Βουλής, δεν διαμορφώνει προοπτική νομιμότητας στις σχέσεις και στα δικαιώματα εργασίας, εργοδότησης και εξυπηρέτησης του απλού πολίτη και ούτε διατήρηση της έννοιας του Κράτους Δικαίου.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος