Η ψήφιση του νόμου που προβλέπει για την ίδρυση και λειτουργία διοικητικού δικαστηρίου (Νόμος Αρ. 131(1)/2015) τον Ιούλιο του 2015 αποτέλεσε μια ιστορική στιγμή στην εξέλιξη του κυπριακού δικαιϊκού συστήματος, με πολλά οφέλη για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης και την ταχύτερη διεκπεραίωση υποθέσεων. Στη βάση των άρθρων 14(2) και 12(1) του Νόμου, το Ανώτατο Δικαστήριο δημοσίευσε στις 4 Ιανουαρίου σχετική γνωστοποίηση και διαδικαστικούς κανονισμούς αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τη γνωστοποίηση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανακοινώνει ότι έχει συγκροτηθεί και είναι έτοιμο να λειτουργήσει το Διοικητικό Δικαστήριο και οι σχετικές με αυτό διατάξεις του Νόμου τίθενται σε ισχύ από της δημοσιεύσεως της γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται ότι το νεοσυσταθέν Διοικητικό Δικαστήριο έχει πλέον αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει πρωτοβάθμια για κάθε προσφυγή που υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

Οι διαδικαστικοί κανονισμοί που εκδόθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο αφορούν στη λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου και στηρίζονται στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος θα εφαρμόζεται σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο από την 1η Ιανουαρίου 2016, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που περιλαμβάνονται στους διαδικαστικούς κανονισμούς που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 16 Δεκεμβρίου 2015 και κατ’ ανάλογον τρόπο με τους δικονομικούς κανόνες και την πρακτική που ακολουθείτο και εφαρμόζετο από το Ανώτατο Δικαστήριο όταν αυτό είχε την αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας να εκδικάζει πρωτοβάθμια υποθέσεις που αφορούν στο διοικητικό δίκαιο.

Σύμφωνα με τον νεοεκδοθέντα διαδικαστικό κανονισμό, για τη λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου οι προσφυγές θα καταχωρούνται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση βάσει εντύπου που έχει επίσης οριστεί, ενώ οι προσφυγές θα επιδίδονται στα ενδιαφερόμενα μέρη που επηρεάζονται από αυτήν και τα οποία θα έχουν δικαίωμα καταχώρισης εμφάνισης εντός 21 ημερών από την επίδοση της προσφυγής. Τονίζεται ότι μετά τη συμπλήρωση των απαραίτητων προδικαστικών διαδικασιών ως ορίζονται στον διαδικαστικό κανονισμό για τη λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου και υπό την αίρεση διαφορετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ο αιτητής στην προσφυγή θα καταχωρίζει γραπτή αγόρευση εντός χρονικού διαστήματος 30 ημερών από της καταχώρισης της ένστασης από τον καθ’ ου η αίτηση και ο καθ’ ου η αίτηση θα καταχωρεί τη δική του γραπτή αγόρευση εντός 30 ημερών από της επίδοσης σε αυτόν της γραπτής αγόρευσης του αιτητή. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα έχουν το δικαίωμα καταχώρισης της δικής τους γραπτής αγόρευσης εντός χρονικού διαστήματος 21 ημερών από την τελευταία προθεσμία για τον καθ’ ου η αίτηση, ενώ ο αιτητής θα μπορεί μετά να καταχωρίσει απαντητική αγόρευση εντός 10 ημερών.

Οι γραπτές αγορεύσεις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου θα πρέπει να παρουσιάζουν συνοπτικά τον σκελετό των επιχειρημάτων και μόνο τα νομικά εκείνα σημεία που προτείνονται προς ακύρωση ή υποστήριξη της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, μαζί με κατάλογο αυθεντιών και αποφάσεων που αναφέρονται στις γραπτές αγορεύσεις, ενώ θα επιτρέπονται οι προφορικές διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ ανώτατο όριο 15 λεπτών.

Με την έκδοση των διαδικαστικών κανονισμών και τη γνωστοποίηση για τη λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου ανοίγει ο δρόμος για την έναρξη λειτουργίας του Δικαστηρίου, διανοίγοντας ταυτόχρονα ένα νέο κεφάλαιο στο κυπριακό νομικό σύστημα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας