Στην κυπριακή πολιτική ιστορία, ενώ υπήρξε η διά Νόμου της Βουλής παράταση της θητείας της (Βουλή που προέκυψε όχι από τον λαό αλλά από την ίδια τη Βουλή!) είχαμε τον Μάρτιο του 1965 εξέχουσα θέση σε νομική αλλά και πολιτική σημασία αυτοδιάλυση και μάλιστα με οριστική περί τούτου απόφαση, από την τότε Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση, που την ύπαρξή της προβλέπει επίσης το Σύνταγμα

Το Σύνταγμα του 1960 προέβλεψε ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων, που σήμερα αποτελείται κατά το δίκαιο της ανάγκης από 56 Ελληνοκύπριους βουλευτές, έχει θητεία πέντε ετών (Άρθρο 65). Η ίδια η Βουλή αποφασίζει τη διάλυσή της ώστε να ακολουθήσουν οι γενικές βουλευτικές εκλογές. Η απερχόμενη όμως Βουλή διατηρεί τις εξουσίες της κατά το Σύνταγμα, μέχρι την έναρξη της θητείας της νεοεκλεγμένης Βουλής. Δεν είναι, βέβαια, επιτρεπτό να μην υπάρχει το θεσμικό αυτό όργανο, μια των τριών εξουσιών του Κράτους, όμως δεν έχει εξουσία να ψηφίζει νόμους ή να λαμβάνει αποφάσεις (Άρθρο 68) κατά την περίοδο αυτή, παρά μόνο σε περίπτωση «...επειγουσών και εξαιρετικά απρόβλεπτων περιστάσεων...», οι οποίες πρέπει να περιγράφονται ειδικά σε περίπτωση ψήφισης νόμου ή απόφαση. Επειδή δε, είναι επίκαιρο το θέμα της βουλευτικής ασυλίας, αυτή τερματίζεται με τη μη διεκδίκηση ή μη επανεκλογή.

Για να γίνουν οι εκλογές γι' ανάδειξη νέας Βουλής, η ίδια η «απερχόμενη» Βουλή αποφασίζει (α) τη διάλυσή της, (β) ορίζει την ημερομηνία εκλογών που πρέπει να διεξαχθούν εντός 30 έως 40 ημερών το αργότερο και (γ) καθορίζει την ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασης της νεοεκλεγείσας Βουλής, γιατί άλλως ουδείς θα μπορούσε να συγκαλέσει την πρώτη συνεδρίαση μετά τις εκλογές, αφού δεν θα είχε εκλεγεί από τη νέα Βουλή ο νέος Πρόεδρος αυτής. Η δε πρώτη συνεδρίαση της νεοεκλεγείσας Βουλής πρέπει να οριστεί εντός 15 ημερών από την εκλογή της νέας Βουλής. Οι επερχόμενες γενικές εκλογές θα έχουν μέτρο το προσφάτως καθορισθέν του 3,6%.

Επειδή γίνεται λόγος για παράταση της θητείας της παρούσης-απερχόμενης Βουλής, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι οι διαφωνούντες με το ενδεχόμενο αυτό βουλευτές μπορούν να αποφασίσουν την αυτοδιάλυση της Βουλής, ακόμη και άμεσα, νοουμένου ότι την απόφαση αυτή στηρίζει η «απόλυτη πλειοψηφία». Το Σύνταγμα προέβλεψε ότι, εάν αυτοδιαλυθεί η Βουλή κατά το τελευταίο έτος της θητείας της, η Βουλή που θα εκλεγεί συνεπεία αυτής της απόφασης θα έχει θητεία πέραν από την κανονική επόμενη πενταετή περίοδο και τη μη διανυθείσα χρονική περίοδο της θητείας της αυτοδιαλυθείσης Βουλής.

Στην κυπριακή πολιτική ιστορία, ενώ υπήρξε η διά Νόμου της Βουλής παράταση της θητείας της (Βουλή που προέκυψε όχι από τον λαό αλλά από την ίδια τη Βουλή!) είχαμε τον Μάρτιο του 1965 εξέχουσα θέση σε νομική αλλά και πολιτική σημασία αυτοδιάλυση και μάλιστα με οριστική περί τούτου απόφαση, από την τότε Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση, που την ύπαρξή της προβλέπει επίσης το Σύνταγμα. Απόφαση στην οποία θα αναφερθώ, ενόψει των πενήντα έκτοτε χρόνων, σε επόμενη ξεχωριστή πολιτικο-ιστορική υπενθύμιση.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος